Η τροποποίηση του άρθρου 24 του Συντάγματος σύμφωνα με την οποία «η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί», εκτός από «υποχρέωση του Κράτους», «και δικαίωμα του καθενός», σε συνδυασμό με διατάξεις του εθνικού και κοινοτικού δίκαιου που αφορούν στη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία αξιολόγησης των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, οδήγησαν το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο στη δημιουργία νομολογίας που αναγνωρίζει ότι οι φορείς εκπροσώπησης των πολιτών, ως φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, νομιμοποιούνται να ασκήσουν αίτηση ακύρωσης κατά πράξης αδειοδότησης άσκησης δραστηριότητας που μπορεί να έχει περιβαλλοντικές συνέπειες. Με ευρύτητα εφαρμόζεται και η έννοια του έννομου συμφέροντος στις περιβαλλοντικές υποθέσεις.
Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με άλλες υποθέσεις που δεν έχουν σχέση με το περιβάλλον αλλά με το δίκαιο και την εφαρμογή της νομοθεσίας. Στο ευρύτατο αυτό πεδίο οι αντιδράσεις είναι απόλυτα …ιδιωτικοποιημένες και η έννοια του «έννομου συμφέροντος» είναι απόλυτα ατομική υπόθεση! Οι πολίτες ακόμα κι αν έχουν συλλογική δράση και νόμιμη εκπροσώπηση δεν έχουν άλλη λύση από το να αναλάβουν το βάρος και να βρούν το θάρρος να παρέμβουν προσωπικά, με ότι συνέπειες αυτό μπορεί να έχει για τους ίδιους μια μικρότερη ή μεγαλύτερη σύγκρουση.
Αυτό όμως που είναι ακόμα πιο εξωφρενικό είναι η προστασία που παρέχεται από το νόμο σε εκείνους που έχουν κατακτήσει την εξουσία, εκπροσωπούνται και ασκούν διοίκηση. Κι αυτό γιατί έχει κριθεί για τις παρατάξεις που μετέχουν στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης, σε αντιστοιχία με όσα παγίως γίνονται δεκτά και στην περίπτωση των πολιτικών κομμάτων, «ότι οι παρατάξεις αυτές δεν αναγνωρίζονται από το νόμο στον κύκλο γενικώς των θεμάτων που αφορούν τη διαχείριση των τοπικών υποθέσεων, και, επομένως, ούτε στα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, ως φορείς δικαιωμάτων, των οποίων η ικανοποίηση μπορεί να επιδιωχθεί με άσκηση αίτησης ακύρωσης, έστω και αν οι δημοτικές αυτές παρατάξεις εκπροσωπούνται στα όργανα διοίκησης του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και αν τα θέματα αυτά περιλαμβάνονται στις διακηρύξεις και στο πρόγραμμά τους και, κατά συνέπεια, εμπίπτουν στο πεδίο της πολιτικής δράσης τους»(1).
Με τον τρόπο αυτό, ενώσεις προσώπων που εκπροσωπούν πολίτες και που έχουν εξουσιοδοτηθεί να ασκούν έλεγχο στερούνται παντελώς ένδικων μέσων για να ασκήσουν αυτό που δικαιούνται αλλά και είναι υποχρεωμένοι να κάνουν όταν διαπιστώνουν παράνομες ενέργειες αυτών που διοικούν. Στερούνται ένα δικαίωμα που μόνο όσοι νομιμοποιούνται ότι έχουν το «έννομο συμφέρον» μπορούν να ασκήσουν. Θα πρέπει δηλαδή να ψάχνουν πρόσωπα με τέτοια ιδιότητα ανάμεσα στα μέλη τους ή θα πρέπει να επικεντρώνονται αποκλειστικά στο στόχο της …επόμενης εκλογικής αναμέτρησης!!!
Μέσα σε τέτοια πλαίσια, άνισης και αντισυνταγματικής αντιμετώπισης της συλλογικής έκφρασης των πολιτών, αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα ότι τιμωρείται η συλλογική έκφραση και ότι ξεπερνά τα όρια του γελοίου η φιλολογία περί συμμετοχικών διαδικασιών.
Για να επικυρωθούν τα παραπάνω και να συμπληρωθεί ο αποκλεισμός των δημοτικών παρατάξεων από αυτονόητα δικαιώματα, με πρόσφατη γνωμοδότηση του το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (αρ. γνωμοδότησης 484/2008), απάντησε σε ερώτημα του υπουργείου Εσωτερικών ότι η ιδιότητα του επικεφαλής δημοτικής παράταξης ή του δημοτικού συμβούλου δεν αρκεί για να τεκμηριώσει το έννομο συμφέρον που πρέπει να έχει κάποιος, σύμφωνα με τα άρθρα 150 και 151 του Κώδικα Δήμων Κοινοτήτων, ώστε να προσφύγει ενώπιον του Γ.Γ. της Περιφέρειας για την ακύρωση απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου. Και εις ανώτερα!
(1) Κ. ΜΕΝΟΥΔΑΚΟΣ Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας «ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΩΣ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ» (Aπρίλιος 2007)