Εισήγηση για την παιδεία

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ
ΤΕΕ/ΤΑΚ
ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ
Συνάδελφοι

Ήδη από τον Νοέμβριο η Πανεπιστημονικη είχε προτείνει να συζητήσουμε τα θέματα παιδείας με αφορμή την «αναγνώριση» των κολεγίων -Παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων επειδή οι αλλαγές που προωθούνται στην παιδεία σε όλες τις βαθμίδες της και ιδιαίτερα στα ΑΕΙ έχουν σημαντικές συνέπειες στην ανάπτυξη της χώρας αλλά και στην άσκηση του επαγγέλματος του μηχανικού. Η παρούσα εισήγηση αποτελεί συνέχεια εκείνης της πρότασης. Το θέμα έχει κατά ανάγκη συνάφεια με τα επαγγελματικά δικαιώματα και την άσκηση του επαγγέλματος, τις κοινοτικές οδηγίες και κυρίως την ΕΚ 36/05 και όπως θα φανεί παρακάτω με την όλη μας την ζωή. Εχει σχέση με την ανωτατοποιηση των ΤΕΙ και την αναγνώριση των Κέντρων Επαγγελματικών Σπουδών, με την αναθεώρηση του άρθρου 16 του συντάγματος.

Α. ΓΕΝΙΚΑ
Στο παράρτημα Ι υπάρχει ένα εκτενές απόσπασμα από εισήγηση του τότε πρύτανη ΕΜΠ Θεμιστοκλή Σ. Ξανθόπουλου Ιούνιος 2003 με τίτλο « Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης: Από τη Διακήρυξη της Μπολώνια προς το Ανακοινωθέν του Βερολίνου. Ιστορικό, Ανάλυση Πολιτικής, Θέσεις και Προτάσεις από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.)».

Αναπτύσσονται εκεί
Η Ευρωπαϊκή πολιτική στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης
1. Ευρωπαϊκή Παιδεία και η «Αγορά»
α. Παραδοσιακή ποιότητα και χώρος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
β. Οι κυρίαρχες ευρωπαϊκές δομές στην Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση
γ. Η επίθεση της «Αγοράς» στην Ανώτατη Ευρωπαϊκή Εκπαίδευση
2. Οι στόχοι της διακήρυξης της Μπολώνια και του ανακοινωθέντος της Πράγας
α. Οι γενικές αρχές
β. Ο κύριος στόχος και οι τρεις μείζονες συνιστώσες του
γ. Η αντίφαση μεταξύ αναβάθμισης της >ευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και
συρρίκνωσης του πρώτου κύκλου των Πανεπιστημιακών Σπουδών
δ. Η μελέτη της περίπτωσης των Εφαρμοσμένων Επιστημών
.
.
.
παρουσιάζονται οι θέσεις του ΕΜΠ.
Επειδή συνοπτικά , συνεκτικά και με σαφήνεια τίθεται το πρόβλημα της διάσπασης των κύκλων σπουδών παραθέτω αυτό το παράρτημα για ενημέρωση και βάση υπεύθυνης πληροφόρησης.
Β. Η ΑΝΑΜΕΙΞΗ ΤΟΥ ΟΟΣΑ
Η ανάμειξη του ΟΟΣΑ είναι σημαντική στα θέματα της εκπαίδευσης. Ο γενικός γραμματέας του Ντ. Τζόνστον δήλωνε ότι η Παιδεία «είναι αυτή ακριβώς η οποία υποστηρίζει το σύνολο όλων των οικονομικών τομέων, σε όλες τις χώρες, αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες, έχοντας σαν δεδομένο ότι θέλουμε να κινηθούμε προς την κοινωνία της πληροφορίας»…
H υπουργός Παιδείας μετά από συνάντηση που είχε με το γενικό γραμματέα οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, Ντ. Τζόνστον ανακοίνωσε ότι συμφώνησαν στη σύνταξη έκθεσης του Οργανισμού για την κατάσταση στην
Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με τη συνεργασία του Υπουργείου Παιδείας και του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας. Ανάλογη πρόσκληση σε εμπειρογνώμονες του ΟΟΣΑ είχε απευθύνει η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας πριν 10 περίπου χρόνια, όταν υπουργός ήταν ο Γ. Παπανδρέου.
Η έκθεση που είχε συνταχθεί τότε κατέληγε σε υποδείξεις από πλευράς ΟΟΣΑ για περιορισμό της δωρεάν Παιδείας και της λειτουργίας της σε πιο ανταποδοτική βάση, χαρακτήριζε ως «ξεπερασμένη» τη λογική της ισότητας ευκαιριών, ενώ προτεινόταν ανάμεσα σε άλλα η κατάργηση της δωρεάν
διανομής συγγραμμάτων, η κατάργηση της επετηρίδας, η ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων.
Γ.ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ «ΜΠΟΛΟΝΙΑΣ»

Ο στόχος του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης πηγάζει από την επιδίωξη της «ελευθερίας κίνησης εργαζομένων» ( όπως και του
κεφαλαίου αγαθών υπηρεσιών μια από τις ελευθερίες Μάαστριχτ). Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποφάσισαν να ξεκινήσουν μια διαδικασία σύγκλισης των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης, ώστε με χρονικό ορίζοντα το 2010 να λειτουργούν όλα ως ενιαίο σύστημα, ως ενιαία αγορά.
Οι βασικοί σταθμοί:
Στη συνάντηση της Σορβόνης (25 Μάη 1998) συμμετείχαν οι υπουργοί Παιδείας της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Μεγ. Βρετανίας.
Αυτοί συνυπέγραψαν την πρώτη διακήρυξη για «τον εναρμονισμό της δομής του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ανώτατης Εκπαίδευσης», που μιλούσε για την
«ανάγκη διά βίου κατάρτισης» και προέβλεπε: Την προοδευτική σύγκλιση των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης, την εγκαθίδρυση ενός συστήματος
δυο κύκλων σπουδών, προπτυχιακού και μεταπτυχιακού, τη διευκόλυνση της “κινητικότητας” φοιτητών και εκπαιδευτικών (να ενθαρρύνονται να
σπουδάζουν τουλάχιστον ένα εξάμηνο στο εξωτερικό) και την προώθηση της αναγνωρισιμότητας πτυχίων και ακαδημαϊκών προσόντων. Ακολούθησε η περιβόητη Σύνοδος της Μπολόνια (Ιούνιος 1999), όπου συμμετείχαν υπουργοί Παιδείας από 29 χώρες της Ευρώπης, ανάμεσά τους κι ο τότε υπουργός της Ελλάδας, Γ. Αρσένης, που συμφώνησε με τη Διακήρυξη κι έβαλε την υπογραφή του στο τελικό κείμενο.
Η Διακήρυξη προέβλεπε:
Την προώθηση της «αναγνωρισιμότητας» των τίτλων σπουδών μέσω του Diploma Supplement («Συμπλήρωμα Διπλώματος»), την υιοθέτηση ενός
συστήματος δυο κύκλων σπουδών (προπτυχιακό και μεταπτυχιακό), από τους οποίους ο πρώτος να είναι τουλάχιστον τριετής κι η ολοκλήρωσή του να
είναι προϋπόθεση για το δεύτερο κύκλο, την καθιέρωση ενός κοινού συστήματος διδακτικών μονάδων, την προώθηση της κινητικότητας, της
ευρωπαϊκής συνεργασίας για τη διασφάλιση της ποιότητας και της ευρωπαϊκής διάστασης στην Ανώτατη Εκπαίδευση.
Στις 19 Μάη 2001, πραγματοποιήθηκε η Σύνοδος Ελέγχου στην Πράγα, με τη συμμετοχή 32 υπουργών Παιδείας από χώρες της Ευρώπης (από τις 29 που
είχαν υπογράψει την Μπολόνια κι ακόμα οι υπουργοί της Κύπρου, της Κροατίας και της Τουρκίας), που επαναβεβαίωσαν τους στόχους της Μπολόνια και υιοθέτησαν πρακτικά και προπαγανδιστικά μέτρα για την καλύτερη προώθηση αυτών των στόχων στο εσωτερικό των χωρών τους. Έτσι προσπάθησαν να βάλουν στο παιχνίδι και τους πανεπιστημιακούς και τους φοιτητές μέσω των ευρωπαϊκών ενώσεών τους (EUA και ESIB αντίστοιχα), που οι θέσεις τους είναι παρόμοιες με τις θέσεις των κυβερνήσεών τους.
Το ιδεολόγημα της «αξιολόγησης»
Τα καινούριο στοιχείο που εισάγεται στην Πράγα είναι η έμφαση στο θέμα της αξιολόγησης, που παραπλανητικά ονομάζουν «διασφάλιση της ποιότητας», καθώς και η «διά βίου εκπαίδευση», που αναγνωρίζεται ως συστατικό στοιχείο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου, καθαγιάζοντας την είσοδο της κατάρτισης μέσα στα πανεπιστήμια.
Στη Διακήρυξη αναφέρεται ακόμα ότι η Εκπαίδευση «πρέπει να θεωρείται κοινωνικό αγαθό» και να παραμείνει «κρατική» η ευθύνη γι’ αυτή, ανάλογα
βέβαια με τη νομοθεσία κάθε χώρας, δηλαδή είτε είναι δημόσια είτε διωτική. Από αυτό φαίνεται ότι αυτή η προσθήκη έγινε μόνο για να… ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου.
Για τον ίδιο λόγο απαλείφτηκε ο χρονικός προσδιορισμός για τον πρώτο κύκλο σπουδών (δηλαδή το «ελάχιστης διάρκειας τριών ετών»), επιβεβαιώθηκε όμως πανηγυρικά ότι ο πρώτος κύκλος θα οδηγεί σε τίτλο επιπέδου bachelor, το οποίο είναι τρίχρονο!
Το Σεπτέμβρη του 2003, έγινε η επόμενη συνάντηση ελέγχου, στο Βερολίνο. Εκεί φάνηκε έντονα ότι υπάρχουν σημαντικές αντιθέσεις ανάμεσα στις χώρες που συμμετέχουν στη διαδικασία και ότι στις περισσότερες χώρες δεν έχουν προχωρήσει οι στόχοι της Μπολόνια. Το ανακοινωθέν του Βερολίνου, λοιπόν, χρειάστηκε να επιβεβαιώσει για αλλη μια φορά τη συμφωνία των κυβερνήσεων με όλα τα σημεία της Μπολόνια και της Πράγας, ενώ για τη διευκόλυνση της εφαρμογής τους περιγράφονται πιο αναλυτικά τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν για την υλοποίησή τους.
Έτσι, αποφασίζεται η αξιολόγηση να είναι εσωτερική και εξωτερική, να περιλαμβάνει σύστημα πιστοποίησης και να δημοσιεύονται τα αποτελέσματά της. Παράλληλα, προβλέπεται στο ενιαίο σύστημα των δυο κύκλων σπουδών να εισαχθεί ως τρίτος κύκλος το διδακτορικό και να έχει κάποιος πρόσβαση στο διδακτορικό μόνο αν έχει ολοκληρώσει το μεταπτυχιακό επιπέδου master. Τέλος, συναποφάσισαν να εφαρμόσουν το «Συμπλήρωμα Διπλώματος» μέσα στο 2005 και να εφαρμόσουν επίσης τη Σύμβαση της Λισαβόνας για την αναγνώριση τίτλων.
4. ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΗΣ «ΜΠΟΛΟΝΙΑ»
Τα βασικά σημεία της διαδικασίας της Μπολόνια έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί μετά και τη Σύνοδο του Βερολίνου είναι
1 Διασφάλιση της ποιότητας, (βλέπε αξιολόγηση )όλων των λειτουργιών των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης, πιστοποίηση των προγραμμάτων και των
τίτλων σπουδών που απονέμουν, δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων κι άρα κατηγοριοποίησή τους.
2 Διάσπαση των σπουδών σε δύο κύκλους (προπτυχιακός και μεταπτυχιακός) με εισαγωγή των διδακτορικών σπουδών ως τρίτο κύκλο, όπου η πρόσβαση αποκτάται μετά την απόκτηση μεταπτυχιακού (master).
3 Αναγνωρισιμότητα των τίτλων σπουδών και περιόδων σπουδών μέσω του Ευρωπαϊκού Συστήματος Μεταφοράς >ιδακτικών Μονάδων (ECTS) και το
Συμπλήρωμα Διπλώματος (Diploma Supplement).
• Αύξηση της κινητικότητας των φοιτητών μέσω ευρωπαϊκών κι εθνικών χρηματοδοτήσεων.
• Συμμετοχή των φοιτητών στις διαδικασίες για την ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης.
• Προώθηση της ευρωπαϊκής διάστασης της ανώτατης εκπαίδευσης, με την Οργάνωση κοινών προγραμμάτων σπουδών που μπορεί να οδηγούν και σε κοινά πτυχία.
• Διαφήμιση του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, προσέλκυση ξένων φοιτητών και σύμπραξη με οικονομικούς εταίρους.
• Διά βίου μάθηση, με την ενεργό συμμετοχή των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης.
• Συνεργασία του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης με τον Ευρωπαϊκό χώρο Έρευνας.
Ε. ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΜΠΟΛΟΝΙΑ
Στόχος αυτής της ενότητας ενεργειών που συμπυκνώνονται στη Διακήρυξη, είναι σύμφωνα με τα ίδια τα κείμενά της η «δημιουργία του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, που θα αποτελέσει το κλειδί για την προώθηση της κινητικότητας και απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών».
Επεξηγηματικά αναφέρουν ότι στόχος τους είναι η «καλύτερη συμβατότητα και συγκρισιμότητα» των συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης.
Τι εξυπηρετεί όμως αυτή η προσπάθεια;
Οι λέξεις – κλειδιά «κινητικότητα» και «απασχολησιμότητα», είναι η ουσία που αποκαλύπτει τους πραγματικούς στόχους των εμπνευστών του κειμένου της Μπολόνια: οι αλλαγές στα εκπαιδευτικά συστήματα πρέπει να εναρμονιστούν με τις γενικότερες αναδιαρθρώσεις που προωθεί η ΕΕ, με τις αλλαγές στις
εργασιακές σχέσεις και τις ανάγκες του μεγάλου κεφαλαίου ώστε να παράγεται μαζικά ένα ευέλικτο, μισοειδικευμένο εργατικό δυναμικό και μια ελίτ επιστημόνων στην υπηρεσία της καπιταλιστικής παραγωγής και της σημερινής φάσης ανάπτυξής της.
Τι σημαίνει πρακτικά αυτή η εναρμόνιση;
Πολιτικές στην παιδεία που θα συμβαδίζουν με: την ιδιωτικοποίηση της οικονομίας, την άμεση υπαγωγή της ερευνητικής δραστηριότητας στις προτεραιότητες των ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Την «υιοθέτηση ενός συστήματος σπουδών που θα στηρίζεται βασικά σε δυο κύκλους σπουδών, ένα προπτυχιακό και ένα μεταπτυχιακό», που το επίπεδο
του προπτυχιακού θα είναι υποβιβασμένο στα τρία χρόνια, και το μεταπτυχιακό θα σπάει σε δυο χρόνια μάστερ και τρία χρόνια διδακτορικό, το λεγόμενο σχήμα 3-2-3.
Αυτή η κατεύθυνση υποβάθμισης σημαίνει ότι ο «τίτλος» του «πρώτου κύκλου σπουδών», που θα έχει άμεση αναφορά στην αγορά εργασίας, δε θα
έχει καμιά απολύτως σχέση με τα πανεπιστημιακά πτυχία που όλοι γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.
Σημαίνει ότι τα πανεπιστήμια θα βγάζουν μαζικά αποφοίτους χωρίς ολοκληρωμένες επιστημονικές γνώσεις (τρία χρόνια δε φτάνουν σε καμιά περίπτωση για κάτι τέτοιο), που θα έχουν απλά μια αρχική κατάρτιση. Χωρίς ολοκληρωμένες επιστημονικές γνώσεις δε θα έχουν φυσικά και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα που αρκετοί επιστημονικοί κλάδοι
έχουν κατοχυρώσει μέχρι σήμερα. Δηλαδή, θα αποτελούν μια στρατιά ανέργων ή αλλιώς “απασχολήσιμων”, “ευέλικτων” και χωρίς δικαιώματα νέων που το κεφάλαιο θα έχει στη διάθεσή του για να αξιοποιεί σύμφωνα με τις ανάγκες του..
Ταυτόχρονα, διαμορφώνεται ένα σύστημα μεταπτυχιακών για λίγους, που θα συνιστούν ουσιαστικά μια τέταρτη βαθμίδα εκπαίδευσης, όπου εκεί θα
παρέχεται πια η επιστημονική γνώση και η απαραίτητη ειδίκευση. Σημαίνει την «μετατροπή της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης σε σύστημα επαγγελματικών σπουδών».
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ… ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ένα ακόμα σημείο της Διακήρυξης, με αρνητικές συνέπειες, που δείχνει την κοινή λογική της προσαρμογής της ανώτατης εκπαίδευσης στις αναδιαρθρώσεις που εξελίσσονται στην οικονομία, είναι η «καθιέρωση ενός συστήματος διδακτικών μονάδων» σύμφωνα με τα πρότυπα του λεγόμενου
«Ευρωπαϊκού Συστήματος Μεταφοράς Πιστωτικών – διδακτικών Μονάδων». Όπως επί λέξει σημειώνεται «οι διδακτικές μονάδες μπορούν να συγκεντρώνονται και σε συστήματα εκτός εκπαίδευσης του πλαισίου της ανώτατης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων διά βίου
εκπαίδευσης, αρκεί να αναγνωρίζονται αυτά τα εμπλεκόμενα πανεπιστήμια υποδοχής». Εισάγεται έτσι η κατηγοριοποίηση των σχολών και των
επιστημονικών αντικειμένων. Καθιερώνεται ένα κυνήγι υποτίθεται “προσόντων”, αφού οι φοιτητές θα συλλέγουν διδακτικές μονάδες για να μπορούν να βγουν στην αγορά εργασίας.
Χαρακτηριστικό επίσης της ίδιας λογικής, είναι η υιοθέτηση από τη Διακήρυξη της Μπολόνια του λεγόμενου θεσμού του «Συμπληρώματος Διπλώματος» που όπως επεξηγείται από το ίδιο το κείμενο, έχει «στόχο την προώθηση της απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών και της Διεθνούς ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού συστήματος ανώτατης Εκπαίδευσης». Ο θεσμός αυτός μπορεί να ερμηνευτεί ως μια απόδειξη ότι το πτυχίο από
μόνο του δε θα αρκεί και ο φοιτητής θα περιφέρεται σαν γυρολόγος για να συλλέξει και άλλες πιστοποιήσεις, καταρτίσεις, είτε μέσω διδακτικών μονάδων είτε με άλλους τρόπους, με την ελπίδα να βρει δουλειά.
Αν δε, συνυπολογίσουμε ότι τέτοιου είδους διδακτικές μονάδες θα
παρέχουν και ιδρύματα εκτός της ανώτατης εκπαίδευσης, είναι φανερό ότι
οι νέοι θα οδηγούνται σ’ ένα καθεστώς άκρατου ανταγωνισμού, σ’ έναν
αγώνα δρόμου από τα πανεπιστήμια στα ΙΕΚ, στα φροντιστήρια, στα
«κολέγια» και τα κάθε είδους «μαγαζιά» που εμπορεύονται τη γνώση. Έτσι
με το σύστημα της μεταφοράς πιστωτικών μονάδων ακόμη και μέσα από
άτυπες μορφές εκπαίδευσης, θα αναγνωριστούν και οι σπουδές που
πραγματοποιούνται στη χώρα μας μέσα στα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών –
«κολέγια» σαν ένα μέρος των σπουδών σε ένα ξένο πανεπιστήμιο. Έτσι τα
ξένα πανεπιστήμια θα εισβάλλουν σαν επιχειρηματίες στη χώρα μας,
επιβάλλοντας τις αξίες, τα πρότυπα και τις πρακτικές της καπιταλιστικής
αγοράς, σε βάρος της επιστήμης και σε αντίθεση με τις ανάγκες της
χώρας. Βρισκόμαστε δηλαδή στα πρόθυρα μιας επιχείρησης ιμπεριαλιστικής
πολιτιστικής διείσδυσης στην πηγή παραγωγής της γνώσης, στην ανώτατη
εκπαίδευση. Βασικός στόχος της πολιτικής της επιχειρηματικής δράσης των
πανεπιστημίων και των «ελευθεριών κίνησης» που τους παρέχονται, είναι η
υπερίσχυση στα πλαίσια του ανταγωνισμού, των μεγάλων ξένων
πανεπιστημίων για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της γνώσης και την
κοινωνική χειραγώγηση.
Όλα αυτά συνδέονται και με τις αναφορές στη «διά βίου εκπαίδευση και
κατάρτιση», που διαπερνάει όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και
συνεχίζεται και μετά την ανώτατη. Ο στόχος και εδώ ένας, να παράγεται
τέτοιο εργατικό δυναμικό που θα έχει ανάγκη η αγορά.
Τον ίδιο βασικό προσανατολισμό έρχεται να συμπληρώσει η διαδικασία
αξιολόγησης των πανεπιστημίων, των σχολών και των προγραμμάτων, με
κριτήρια της «αγοράς» και αντίστοιχο καθορισμό της χρηματοδότησής τους.
Οι σχολές που έχουν οικονομική σημασία για την ΕΕ και το κεφάλαιο, οι
σχολές που θα λειτουργούν «ανταγωνιστικά» και θα εξασφαλίζουν πόρους
από «πελάτες» (επιχειρήσεις, σπουδαστές, πτυχιούχους κλπ.) θα
χρηματοδοτούνται και θα πριμοδοτούνται πρόσθετα από τον Κρατικό
Προϋπολογισμό, ενώ άλλες θα περιθωριοποιούνται και θα κλείνουν.
Και αυτό έρχεται σε άμεση σύνδεση με την επιχείρηση ιδιωτικοποίησης της
έρευνας και την εισαγωγή επιχειρήσεων στις σχολές και στα προγράμματά
τους.

ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΕΕ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΟΥ – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Μπορούμε να πούμε ότι όταν πρωτοτεθηκαν τα προβλήματα και τα θέματα
αυτά ο τεχνικός κόσμος αντέδρασε, όπως και ολόκληρη η πανεπιστημιακή
κοινότητα.
Υπήρξαν κινητοποιήσεις , οργάνωση ημερίδων, σεμινάρια , ακόμη και
διοργάνωση Αντισυνόδου κατά την διάρκεια των εργασιών των Υπουργών
Παιδείας της Ε.Ε. στην Αθήνα.
Παρά τις μεθοδευμένες προσπάθειες του υπουργείου Παιδείας να προωθήσει
τις διατάξεις της >ιακήρυξης της Μπολόνια και να πείσει ότι αυτές
κινούνται σε θετική κατεύθυνση, οι αντιδράσεις ήταν ισχυρές. Οι
πρυτάνεις των ελληνικών πανεπιστημίων από την πρώτη στιγμή είχαν
εκφράσει την αντίθεσή τους.
Μετά όμως από τις αντιδράσεις άρχισαν και οι ενέργειες που αποσκοπούν
στο να διαμορφωθεί το κλίμα «ζύμωσης» και, τελικά, αποδοχής της
Οδηγίας 36/2005.
Έτσι
– η λειτουργία των “διατμηματικών” μεταπτυχιακών προγραμμάτων “ειδίκευσης”
στα Πολυτεχνεία,
-τα ΠΔ 165/2000 και 385/2002, το ΣΑΕΙ κλπ, κινούνται σ αυτή την κατεύθυνση.
-Το πνεύμα αυτό υπεισέρχεται και στην συζήτηση για τα επαγγελματικά
δικαιώματα.
-το ΣΑΤΕ διατύπωσε τις τρεις βασικές αρχές του “νέου” πλαισίου
επαγγελματικών δικαιωμάτων, παραπέμποντας στην έκδοση των αντίστοιχων
ΠΔ στο άμεσο μέλλον.
-Αντίστοιχες παραλλαγές των παραπάνω προτάσεων του ΣΑΤΕ, εκφράζονται
και στο εσωτερικό του ΤΕΕ, όπως φανερώνει το πόρισμα Ομάδας Εργασίας
στο ΤΕΕ/ΤΚΜ,
καθώς και οι «προτάσεις» Κρεμαλή για τη «νέα» δομή του ΤΕΕ.
-Δες και τις προτάσεις των επιτροπών του ΤΕΕ που αναρτήθηκαν πρόσφατα
στην ιστοσελιδα του ΤΕΕ/ΤΑΚ (ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΔΕ ΤΕΕ 2.9.02) για
συζήτηση επί των επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το σύνθημα “αναγνώριση του διπλώματος
του μηχανικού ως Master”,
καθώς και η “αναβάθμιση” των εξετάσεων για την άδεια επαγγέλματος των
μηχανικών ,
γιατί επί της ουσίας νομιμοποιείται η διάκριση σε κύκλους από την πίσω
πόρτα.
η ανάγκη άρσης υπαρκτών αδικιών, μπορούν και πρέπει να αντιμετωπιστούν
με ρύθμιση που θα επεκτείνει τα δικαιώματα των κατόχων master
μισθολογικά, μοριοδοτικά κλπ. σε όλους τους διπλ. Μηχανικούς των
ελληνικών πολυτεχνείων.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι μεταβολές και η κινητικότητα που
υπάρχει για τα επαγγελματικά δικαιώματα και την άσκηση του
επαγγέλματος,
με την «ανωτατοποιηση» των ΤΕΙ, την αναγνώριση των Κέντρων
Επαγγελματικών Σπουδών ,τα κολέγια, την διάσπαση του πενταετούς κύκλου
σπουδών με την αναθεώρηση του άρθρου 16 του συντάγματος,
οφείλονται στην προσπάθεια του κεφαλαίου για μεγαλύτερη κερδοφορία.
Η Οδηγία 36/2005 στην ουσία αποτελεί την ολοκλήρωση, στο νομοθετικό
επίπεδο, των παρεμβάσεων που ξεκίνησαν με τις οδηγίες 89/48/ΕΟΚ,
92/51/ΕΟΚ, 2001/19/ΕΚ, ως το δεσμευτικό εκείνο θεσμικό πλαίσιο, στο
οποίο πρέπει να προσαρμοστεί και το αντίστοιχο ελληνικό.
Τα διπλώματα 5ετούς κύκλου ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ να είναι ισότιμα με κάτι
ΠΟΙΟΤΙΚΑ διαφορετικό, όπως είναι το master. Ακόμα και τα 5ετους
συνολικής διάρκειας Master δεν είναι ισότιμα από πλευράς περιεχομένου
σπουδών με τα διπλώματα 5ετούς ενιαίας φοίτησης, γιατί πολύ απλά η
φύση και οι εκπαιδευτικοί στόχοι του ενιαίου 5ετούς κύκλου είναι
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ από εκείνους του master.
Από τη μια, είναι η λογική της προσέγγισης του επιστημονικού
αντικειμένου ως ενότητα θεωρίας και πράξης, ως ουσιαστική επιστημονική
ειδίκευση δηλαδή, ενώ από την άλλη έχουμε τη λογική ενός «ελαχίστου
όγκου γνώσεων εφαρμογής» και από εκεί και πέρα την εκμάθηση
«δεξιοτήτων».
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι εμείς είμαστε ευχαριστημένοι με το
επίπεδο των σπουδών των πολυτεχνείων μας των υποδομών τους της
επιστημονικής έρευνας κτλ.
Είναι εξάλλου γνωστό από χρόνια ο αγώνας του ελληνικού λαού για αύξηση
των δαπανών για την παιδεία
( η απαίτηση για την διάθεση του 15% από την δεκαετία του 60 η καλή
αμοιβή για αποκλειστική απασχόληση των καθηγητών κτλ).
Ήδη υπάρχει μια συνεχής πορεία αλλοίωσης και υποβάθμισης των
επιστημονικών τους χαρακτηριστικών, ακριβώς στην κατεύθυνση της
ευθυγράμμισης με τις υποδείξεις της ΕΕ και των μονοπωλιακών ομίλων.
Είναι όμως θέμα αρχής να μην αποδεχτούμε την νομιμοποίηση και την
μονιμοποίηση αυτής της διαδικασίας ,που ήδη ξεκίνησε, της υποβάθμισης
των σημερινών 5ετών σπουδών.
Η εφαρμογή της ΕΚ 36/2005 για λόγους αντικειμενικούς όσο και λόγω των
προθέσεων των δυνάμεων που την προωθούν θα υποβαθμίσει de facto τον
προπτυχιακό κύκλο στην κατηγορία των Σχολών Ανώτερης Επαγγελματικής
Εκπαίδευσης, και θα απεμπολήσει τη επιστημονική ουσία του
πανεπιστημιακού πτυχίου.
Τους απόφοιτους περιμένει μια “εκλεκτή” θέση στην ανασφάλεια των
ελαστικών εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου και >ελτίου Παροχής στα
γραφεία, τις μελετητικές εταιρείες και στις βιομηχανίες
“πρέπει να αποκτήσουμε και εμπειρία”,
Μετά, όλοι μαζί, από ΑΕΙ, ΤΕΙ και “κολλεγια” θα δίνουμε τις ίδιες
εξετάσεις για να πάρουμε λίγα “δικαιώματα”
και ξανά στην ίδια εργασιακή αγωνία, με τις χαμηλές αμοιβές πείνας, τα
εξοντωτικά ωράρια και τα υπέρογκα ασφαλιστικά βάρη που βιώνουμε.
Και, ύστερα, πάλι σε εξετάσεις για μια ακόμα βαθμίδα “δικαιωμάτων”
κ.ο.κ.
Να που οδηγεί η αποσύνδεση του επαγγέλματος από το πτυχίο.
Αρα ο αγωνας ειναι κοινος σε ΑΕΙ, ΤΕΙ, ΙΕΚ, ΚΕΣ.
Ειναι αναγκη η ολοπλευρη μορφωση και η σταθερη δουλεια.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Καμιά εφαρμογή της Οδηγίας 36/2005, κατάργηση όλων των ΠΔ που
ενσωματώνουν τις κοινοτικές οδηγίες στην εθνική νομοθεσία.
ένα, ενιαίο ακαδημαϊκό δίπλωμα, 5ετούς διάρκειας, σε μια
αληθινά Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση (που προϋποθέτει γενναία διάθεση
κονδυλίων για την παιδεία )
Αναδιαμόρφωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, στην κατεύθυνση της
ίδρυσης δημόσιων, μεταλυκειακών επαγγελματικών σχολών για την κάλυψη
των αναγκών της παραγωγής σε ενδιάμεσα στελέχη, με ταυτόχρονη κατάργηση
των ΙΕΚ, ΚΕΚ κλπ.
Το ακαδημαϊκό δίπλωμα, μοναδική προϋπόθεση για την άσκηση του
επαγγέλματος. Κατάργηση κάθε μορφής εξετάσεων για την απόκτηση άδειας
ασκήσεως επαγγέλματος, είτε στο ΤΕΕ, είτε στην ΕΕΤΕΜ, είτε οπουδήποτε
αλλού.
μισθολογική και μοριοδοτικη εξίσωση των αποφοίτων σπουδών 5ετούς
διάρκειας με τους τίτλους master της αλλοδαπής.
Δημοκρατικη
Πανεπιστημονικη Κινηση ΜΑΙΟΣ 2008
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
Αποσπάσματα από Παρουσίαση του Θεμιστοκλή Σ. Ξανθόπουλου Πρύτανη
του ΕΜΠ
Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης: Από τη >ιακήρυξη της Μπολώνια
προς το Ανακοινωθέν του Βερολίνου.
Ιστορικό, Ανάλυση Πολιτικής, Θέσεις και Προτάσεις από το Εθνικό
Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.).
Παρουσίαση: Θεμιστοκλής Σ. Ξανθόπουλος, Πρύτανης
.
.
.
ε. Κύριο σημείο τομής της διακήρυξης της Μπολώνια είναι η γρήγορη και
μαζική χορήγηση φθηνών πτυχίων μέσω της κατάτμησης του ενιαίου
κεντροευρωπαϊκού συστήματος Πανεπιστημιακών σπουδών σε δύο κύκλους, τον
«προπτυχιακό» και τον «μεταπτυχιακό».
Το Ε.Μ.Π. απορρίπτει ρητά τη διάσπαση των ενιαίων Πανεπιστημιακών
Σπουδών σε δύο κύκλους:
Δεδομένης της συνεχώς αυξανόμενης ανάγκης επιστημονικών γνώσεων
εκκίνησης ικανού εύρους και βάθους πριν από την ένταξη του
πανεπιστημιακού απόφοιτου στον επαγγελματικό στίβο, γίνεται σήμερα
αποδεκτό ακόμα και από ορισμένα καλά αγγλοσαξονικά Πανεπιστήμια, ότι η
απευθείας απόκτηση διπλώματος επιπέδου Master είναι αναγκαία προϋπόθεση
για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα και την προσαρμογή
στις ταχύτατες εξελίξεις της παραγωγικής διαδικασίας.
Είναι δηλαδή προφανές ότι η δραστική μείωση του χρόνου και του κόστους
των σπουδών προπτυχιακού επιπέδου, οδηγεί αναγκαστικά στην αφαίρεση
θεμελιωδών γνώσεων των επιστημών σε συνδυασμό με την ρηχή και πρώιμη
υπερεξειδίκευση.
στ. Το γεγονός αυτό θα πλήξει καίρια την μεσομακροπρόθεσμη
κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης, αλλά και τις ειδικές
αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελληνικής Κοινωνίας και Οικονομίας.
2. Η Ευρωπαϊκή πολιτική στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης: Μια
συνοπτική ανάλυση
2.1. Ευρωπαϊκή Παιδεία και η «Αγορά»
α. Παραδοσιακή ποιότητα και χώρος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
i.
Η Ευρώπη, κοιτίδα της ιστορικής έννοιας των Universitas, θεμελίωσε ένα
πρότυπο παιδείας, στο οποίο στηρίχθηκε η παγκόσμια κυριαρχία του
δυτικού πολιτισμού κατά τους τελευταίους αιώνες. Απελευθερώνοντας και
πολλαπλασιάζοντας την οργανωμένη παραγωγή και τη μετάδοση νέας γνώσης,
όλες οι μετά την αναγέννηση κυβερνήσεις των κρατών του ευρύτερου
Ευρωπαϊκού χώρου καμάρωναν για τη «>ημόσια Παιδεία» τους όλων των
επιπέδων διότι συνειδητοποιούσαν ότι η καλή της ποιότητα αποτελούσε το
θεμέλιο για κοινωνική ανάπτυξη και συνοχή. Συνακόλουθα ανταγωνίζονταν
στις επενδύσεις ενίσχυσης της σε υλικοτεχνική υποδομή και διακεκριμένο
επιστημονικό προσωπικό.
ii.
Στο χώρο των Πανεπιστημίων ένας σημαντικός αριθμός από λαμπρές
Ευρωπαϊκές προσωπικότητες, όπως ο Wilhelm von Humbold, θεμελίωσαν κατά
τον 19ο αιώνα την αρχή ότι η έρευνα οφείλει να βρίσκεται στην καρδιά
των Πανεπιστημιακών δραστηριοτήτων, αποτελώντας τη βάση της
διδασκαλίας, σε μια αδιάσπαστη, συνεχή, ενότητα. Το γενικότερο υψηλό
επίπεδο των σπουδών στην μεγάλη πλειοψηφία των Ευρωπαϊκών Κρατικών
Πανεπιστημίων, στηρίχθηκε στην κυρίαρχη κατά τους τελευταίους τρεις
αιώνες άποψη ότι το κράτος έχει την υποχρέωση να καλύπτει πλήρως και
αποτελεσματικά όλες τις ανάγκες της δημόσιας πανεπιστημιακής
εκπαίδευσης. Ο αριθμός των διακεκριμένων πανεπιστημιακών κέντρων
διδασκαλίας και έρευνας αυξήθηκε εκθετικά. Σε μία χαρακτηριστική
κέντρο-ευρωπαϊκή χώρα, τη Γαλλία, το 1900 οι «φοιτητές» δεν ξεπερνούσαν
τους 30.000, έναντι 2,1 εκατομμυρίων το 1997 και ανάλογες είναι οι
θεαματικές αυξήσεις και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Κατά το ίδιο
διάστημα αυξήθηκε και η διάρκεια των σπουδών για την απόκτηση
πανεπιστημιακού πτυχίου ουσιαστικής και μακρόχρονης αξίας.
iii.
Παρεμβαίνοντας αποφασιστικά για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών τους
σε υποδομές και ανάπτυξη, οι κυρίαρχες χώρες της Ευρώπης (Γαλλία,
Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο και στη συνέχεια Ιταλία και Ισπανία, αλλά
και μικρότερες χώρες, όπως η Ελλάδα) συγκρότησαν παράλληλα με τα
>ημόσια Πανεπιστήμια, τον ευρύτερο χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
Αφ’ ενός μεν δημιούργησαν ειδικών προδιαγραφών >ημόσια Ανώτατα Ιδρύματα
πανεπιστημιακού επιπέδου, υπαγόμενα συνήθως σε κρατικούς αναπτυξιακούς
φορείς, για την στελέχωση των τεχνικών και διοικητικών υπηρεσιών τους
(κάτω από διάφορες ονομασίες, όπως κολέγια, μεγάλες σχολές κλπ) και αφ’
ετέρου στήριξαν την ανάπτυξη μεταλυκειακών επαγγελματικών σχολών για
την κάλυψη των αναγκών σε τεχνικά κυρίως στελέχη, πολύτιμα σε κάθε
παραγωγική διαδικασία. Μπορούμε επομένως να διακρίνουμε καθαρά τις δύο
συνιστώσες της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ευρώπη: Πανεπιστήμια και
ισοδύναμα Ιδρύματα αφενός και Ανώτερες Επαγγελματικές Σχολές αφετέρου.
iv.
Η πολυπλοκότητα της παραγωγικής διαδικασίας και η εκθετική ανάπτυξη της
τεχνολογίας καθιστούν εκ των πραγμάτων περιζήτητη την ανώτερη
επαγγελματική εκπαίδευση, υψώνοντας συνέχεια και το γενικότερο
γνωσιολογικό της υπόβαθρο. Είναι, δηλαδή, δυνατό να θεωρηθεί σήμερα ότι
σε πολλές περιπτώσεις ο απόφοιτος της ανώτερης επαγγελματικής, μη
πανεπιστημιακής, εκπαίδευσης είναι καλύτερα εξοπλισμένος και σε
τελευταία ανάλυση χρησιμότερος στην τρέχουσα παραγωγική διαδικασία και
τις υπηρεσίες από τον απόφοιτο της ανώτατης πανεπιστημιακής. Αυτό
το χρηστικό γεγονός δεν ανατρέπει όμως την ουσιώδη διαφορά μεταξύ
Ανωτάτης Πανεπιστημιακής (υπό την ευρεία έννοια, στην οποία υπάγονται
και οι ειδικών προδιαγραφών Ανώτατες Σχολές) και της ανώτερης
επαγγελματικής εκπαίδευσης: Ο πανεπιστημιακός απόφοιτος καλύπτει ευρύ
φάσμα αυτό-ανανεώσιμων, λόγω της επιστημονικής υποδομής τους, γνώσεων,
είναι σε θέση να δημιουργήσει νέα γνώση και, επομένως, οι
επαγγελματικές του δυνατότητες είναι γενικότερες και με περισσότερες
ελευθερίες κινήσεων. Ο απόφοιτος της μη πανεπιστημιακής τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης δεν έχει μεν πολλές δυνατότητες διεκδίκησης ευρύτερων
επαγγελματικών αρμοδιοτήτων ή παραγωγής νέας επιστημονικής γνώσης,
είναι όμως ικανότερος στην άμεση πρακτική εφαρμογή συγκεκριμένου
γνωστικού αντικειμένου και αποδίδει ευκολότερα ως μεσαίο στέλεχος στην
παραγωγική διαδικασία.
v.
Συμπερασματικά η σχηματισθείσα κατά την διάρκεια του τελευταίου αιώνα
στην Ευρώπη διάκριση μεταξύ των δύο συνιστωσών της τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης, δηλαδή της παρεχόμενης από πανεπιστήμια ή ισοδύναμα
ιδρύματα και από ανώτερες επαγγελματικές σχολές σε συνδυασμό με την
εκρηκτική ζήτηση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έφτασε σε μία αρμονική
ισορροπία συνύπαρξης, έως ότου ήρθε η μεταρρύθμιση Thatcher.
β. Οι κυρίαρχες ευρωπαϊκές δομές στην Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση
i.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε ορισμένα τμήματα της Βόρειας Ευρώπης
επεκράτησε το Αγγλοσαξονικό πανεπιστημιακό σύστημα με σπουδές σχετικά
περιορισμένης διάρκειας, συνήθως τριών έως τεσσάρων ετών, μετά από τις
οποίες χορηγείται ένα πρώτο πτυχίο, γνωστό και ως «Bachelor» το οποίο
παρέχει σαφή, αλλά περιορισμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Το ίδιο
σύστημα σπουδών περιέχει τη δυνατότητα μετεξέλιξής τους στον διακριτό
δεύτερο και υψηλότερου ή περισσότερο εξειδικευμένου επιπέδου κύκλο του
«Master», υπό τις προϋποθέσεις όχι μόνο της ολοκλήρωσης του πρώτου
κύκλου «Bachelor», αλλά και της επιλεκτικής εισόδου περιορισμένου σε
σχέση με τους πτυχιούχους «Bachelor», αριθμού ο οποίος, λόγω της
σημαντικής εξόδου προς την αγορά εργασίας, συνήθως δεν υπερβαίνει το
ποσοστό του 30%. Το πτυχίο Bachelor των καλών Πανεπιστημίων παρέχει
ικανοποιητική επιστημονική υποδομή, σε βάρος όμως των πρακτικών εφοδίων
που απαιτεί άμεσα η αγορά εργασίας (π.χ. το επιστημονικό επίπεδο
Bachelor Οξφόρδης αναγνωρίζεται ως ανώτερο πολλών Master).
Στην πλειοψηφία όμως των σημερινών Αγγλοσαξονικών Πανεπιστημίων, η
επιστημονική υποδομή έχει υποβαθμιστεί εις όφελος των πρακτικών
εφοδίων, με αποτέλεσμα το Bachelor που παρέχουν να είναι βελτιωμένη
έκδοση του αντίστοιχου επαγγελματικού πτυχίου ανώτερης εκπαίδευσης του
κέντρο-ευρωπαϊκού συστήματος σπουδών.
ii.
Στο μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου κυριάρχησε η κέντρο-
ευρωπαϊκή δομή Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης με γερό θεωρητικό υπόβαθρο
και σπουδές ελάχιστης διάρκειας τεσσάρων και μεγίστης έξη ετών, για το
σύνολο σχεδόν των θετικών και θεωρητικών επιστημών. Τα χορηγούμενα
πτυχία ή διπλώματα θεωρούνται επιστημονικά επαρκή και διεθνώς
ανταγωνιστικά, ισοδύναμα με το Αγγλοσαξονικό επίπεδο «Master», τόσο για
την απ’ ευθείας εισαγωγή των αποφοίτων στον ερευνητικό κύκλο εκπόνησης
μιας διδακτορικής διατριβής, όσο και για την άμεση ένταξή τους στον
επαγγελματικό στίβο.
iii.
Παρά την μεγαλύτερη αρχική ευελιξία του Αγγλοσαξονικού συστήματος
σπουδών ως προς την προσαρμογή του στις απαιτήσεις της αγοράς κυρίως
των βιομηχανικά αναπτυγμένων χωρών, τα μειονεκτήματα ως προς την
ευρύτητα και τη διαχρονική αντοχή των γνώσεων που προσφέρει
εντοπίζονται ρητά από αρκετούς επικριτές του.
Ειδικότερα την τελευταία δεκαπενταετία αναγνωρίζεται και στην πράξη και
από το Αγγλοσαξονικό σύστημα σπουδών η ορθολογικότερη δομή του κέντρο-
ευρωπαϊκού συστήματος όσον αφορά τη σειρά προσέγγισης του γνωσιολογικού
υποβάθρου κάθε επιστήμης. Με αποτέλεσμα, παράλληλα με το σύνηθες
σύστημα των δύο κύκλων, να αρχίσει στα καλλίτερα Αγγλοσαξονικά
Πανεπιστήμια η εφαρμογή και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία και του κέντρο-
ευρωπαϊκού μοντέλου, δηλαδή του ενιαίου κύκλου για την απ’ ευθείας
απόκτηση πτυχίου ή διπλώματος επιπέδου «Master» μεγαλύτερης και
μακροβιότερης εμβέλειας.
iv.
Συμπερασματικά, δεδομένης της συνεχώς αυξανόμενης ανάγκης επιστημονικών
γνώσεων εκκίνησης πριν από την ένταξη του πανεπιστημιακού αποφοίτου
στον επαγγελματικό στίβο, γίνεται σταδιακά αποδεκτό ότι
μεσομακροπρόθεσμα η απόκτηση πτυχίου ή διπλώματος επιπέδου Master είναι
αναγκαία προϋπόθεση για την αντιμετώπιση των προκλήσεων και την
προσαρμογή στις ταχύτατες εξελίξεις της παραγωγικής διαδικασίας.
Ειδικότερα, στις θετικές, κατά κύριο λόγο, κατευθύνσεις των σπουδών
διαπιστώνεται και από επαγγελματικές ενώσεις ότι η απόκτηση του πτυχίου
Bachelor με ουσιαστικό επαγγελματικό αντίκρισμα και σε εύλογο χρονικό
διάστημα οδηγεί αναγκαστικά στην αφαίρεση θεμελιωδών γνώσεων των
επιστημών σε συνδυασμό με την ρηχή και πρώιμη υπερεξειδίκευση. Η
αποστήθιση μοντέλων υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό την απαραίτητη για τον
επιστήμονα πλατιά και βαθιά γνώση της ουσίας των προβλημάτων και την
αναζήτηση των δυνατών λύσεων στο ανθρώπινο μέτρο, με αποτέλεσμα την
δραματική μείωση του εύρους και της διάρκειας ζωής των αντίστοιχων
επαγγελματικών εφοδίων. Γι’ αυτό και σε ορισμένα από τα καλλίτερα
Αγγλοσαξονικά Πανεπιστήμια εφαρμόζεται ήδη και μάλιστα με επιτυχία το
κέντρο-ευρωπαϊκό μοντέλο, δηλαδή ένας ενιαίος κύκλος σπουδών για την
απ’ ευθείας απόκτηση πτυχίου ή διπλώματος επιπέδου «Master» μεγαλύτερης
και μακροβιότερης εμβέλειας.
γ. Η επίθεση της «Αγοράς» στην Ανώτατη Ευρωπαϊκή Εκπαίδευση
i.
Στο πλαίσιο της κυριαρχίας μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς, οι διεθνείς
επενδύσεις σε παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών μετακινούνται όλο και
περισσότερο προς τις χώρες που διαθέτουν το κατάλληλα εκπαιδευμένο
ανθρώπινο δυναμικό επιλέγοντας βέβαια μεταξύ πολλών περιοχών, αυτές που
διαθέτουν φθηνό κόστος εργασίας και διαβίωσης, σταθερό κοινωνικό-
οικονομικό σύστημα, επαρκή αναπτυξιακή υποδομή (κυρίως συγκοινωνίες,
τηλεπικοινωνίες), και ποιοτικά αναβαθμισμένο και ασφαλές περιβάλλον.
Για το λόγο αυτό όπως φαίνεται και από τα επίσημα στοιχεία της
Eurostat, ακόμα και κατά την τελευταία μετά τις πετρελαϊκές κρίσεις
εικοσαετία, δηλαδή σε περίοδο σχετικής ύφεσης, οι φοιτητικοί πληθυσμοί
σχεδόν τριπλασιάζονται.
ii.
Συγχρόνως εξελίσσεται και μία βαθύτερη πολιτική επίθεση εναντίον της
παραδοσιακής αποστολής και δομής των Universitas: Με εναρκτήριο
λάκτισμα τη Θατσερική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στο Ηνωμένο Βασίλειο1
αρχίζει στην Ευρώπη η άγρια επιβολή των νόμων της ελεύθερης αγοράς και
στο ζωτικό πεδίο της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. Το πανεπιστημιακό
ιδεώδες, η διαλεκτική ουσία της Παιδείας, η συστηματική ανάπτυξη της
αδιάσπαστης ενότητας διδασκαλίας και έρευνας, χωρίς προκαθορισμένους
οικονομικούς ή πολιτικούς στόχους, υποβαθμίζονται. Στη θέση τους
επιλέγεται η συρρίκνωση της κρατικής χρηματοδότησης, παράλληλα με την
μερική ή ολική κατάργηση της δωρεάν φοίτησης.
iii.
Η μεγάλη ζήτηση προσωπικού πανεπιστημιακού επιπέδου, ενισχυμένη από τις
νέες πολιτικές ιδέες περί πανεπιστημίων και τη γενικότερη οικονομική
στενότητα, έχει κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας ως
αποτέλεσμα τον μαζικό πολλαπλασιασμό και προώθηση στον Ευρωπαϊκό χώρο,
πανεπιστημίων προσανατολισμένων στην κάλυψη βραχυπρόθεσμων αναγκών της
αγοράς. Παράγουν ειδικευμένο προσωπικό περιορισμένης εμβέλειας,
ντοπαρισμένο από μία θολή υπεραπλοποίηση γύρω από τις αρχές και τους
στόχους κάθε επιστήμης. Πολλά από τα πανεπιστήμια αυτά μπορούν
επίσης να χαρακτηρισθούν ως «οιονεί πανεπιστήμια»: Πρόκειται για
Ιδρύματα τα οποία ως φτηνά πολυκαταστήματα «supermarket» καλύπτουν την
αυξημένη ζήτηση για πανεπιστημιακά διπλώματα, ρίχνοντας στην αγορά
ρηχές και γρήγορα αποθνήσκουσες γνώσεις και δεξιότητες.
iv.
Επιπλέον και εντός του παραπάνω πολιτικού πλαισίου το λόμπυ των «οιονεί
Πανεπιστημίων» αντιμετωπίζεται θετικά από τα περισσότερα κυβερνητικά
οικονομικά επιτελεία των χωρών της Ε.Ε., (τα οποία αφήνουν βέβαια στο
απυρόβλητο τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά κέντρα «αριστείας» των μεγάλων της
Ευρώπης). Κύριος στόχος είναι η δραστική μείωση των δαπανών για τη
δημόσια Ανώτατη Παιδεία, με προφανή συνέπεια την ισοπέδωση του επιπέδου
των Πανεπιστημιακών σπουδών προς τα κάτω. Το σπάσιμο των σπουδών σε δύο
κύκλους (Bologna, Πράγα και έπεται συνέχεια) χρησιμοποιείται ως κύρια
δομική αλλαγή αυτής της ισοπέδωσης. Η Ελλάδα επισήμως αρνείται αλλά
στην πράξη ακολουθεί αυτή την αλλαγή, με πρώτο αποφασιστικό βήμα την
οιονεί «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ, χωρίς οποιαδήποτε αξιολόγηση. Τα
επαγγελματικά τους πτυχία μετασχηματίσθηκαν με νόμο σε πτυχία του
πρώτου κύκλου της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
v.
Προωθείται, επομένως, με συστηματικό τρόπο το σενάριο της υπαγωγής και
της Παιδείας στους νόμους μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Σύμφωνα με
τους κυρίαρχους στόχους αυτής της αγοράς, το νέο παγκόσμιο μοντέλο της
Παιδείας στον πανεπιστημιακό (και όχι μόνο) χώρο συνοψίζεται ενδεικτικά
στα εξής:

Η κρατική συμμετοχή στην εκπαιδευτική πολιτική και την οικονομική της
στήριξη πρέπει να αποδυναμώνεται συνέχεια, μέχρι τελικής εξαφάνισης,
υποκαθιστάμενη από την «αγορά». Εγκαταλείπονται, επομένως, σταδιακά, η
θεμελιώδης υπαρξιακή αρχή της ανώτατης παιδείας, ως πρώτου τη τάξη
>ημόσιου Αγαθού, αλλά και οι συνταγματικές υποχρεώσεις όλων των
δημοκρατικών κοινωνιών για την πολιτική και οικονομική στήριξη και
ανάπτυξή της.

Τα Πανεπιστήμια μετατρέπονται σε «επιχειρήσεις», με την πλήρη έννοια
του όρου, οι οποίες για να επιβιώσουν κυνηγούν διεθνώς, ανταγωνιστικά
και με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα, «φοιτητές-πελάτες». Κύριοι
στόχοι τους είναι η μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους, από την
επίτευξη του οποίου και μόνο κρίνονται και οι διοικήσεις τους.

Οι «πελάτες-φοιτητές» οφείλουν να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις σπουδές
τους είτε από τους οικογενειακούς τους πόρους, είτε δανειζόμενοι τα
αναγκαία ποσά από τραπεζικά ή άλλα οικονομικά συγκροτήματα, τα οποία θα
επενδύσουν επιλεκτικά στα διαφαινόμενα προσόντα τους, όπως ακριβώς
επενδύουν και στις λεγόμενες καινοτόμες επιχειρήσεις.

Η Ανώτατη Παιδεία, ως προϊόν της αγοράς, διαχωρίζεται οικονομικά, όπως
και τα άλλα προϊόντα, σε δύο κατηγορίες με διαρκώς αυξανόμενη τη μεταξύ
τους ποιοτική απόσταση, (έχουμε το πρόσφατο (Ιαν. 2003) παράδειγμα της
κυβερνητικής απόφασης του Ην. Βασιλείου για την απελευθέρωση των
φοιτητικών διδάκτρων, η οποία οδηγεί στον πολλαπλασιασμό τους για τα
ελκυστικά Πανεπιστήμια). Στην πρώτη συγκροτούνται τα «κέντρα
αριστείας», με αυστηρή επιλογή φοιτητών από τους έχοντες και κατέχοντες
της κυρίαρχης οικονομικοπολιτικής τάξης, η οποία και μόνο θα έχει
πρόσβαση στα καλά και ακριβά προπαρασκευαστικά ιδιωτικά σχολεία και
φροντιστήρια της μέσης εκπαίδευσης. Θα προστίθενται βέβαια, μέσω
ανταποδοτικών υποτροφιών και ορισμένοι μη προνομιούχοι, αλλά
εμπορεύσιμοι-ταλαντούχοι απόφοιτοι της μέσης εκπαίδευσης. Στη δεύτερη
κατηγορία συσσωρεύεται μια χαμηλής ποιότητας μαζική εκπαίδευση χωρίς
πόρους και υποδομές, αποκομμένη αναγκαστικά από το οξυγόνο
της βασικής έρευνας και λειτουργικά προσαρμοσμένη στις φθηνότερες και
προφανώς αναποτελεσματικότερες μορφές διδασκαλίας. Θεμελιώνεται έτσι σε
βάθος, συνεχώς διευρυνόμενη, η ανισότητα της πρόσβασης στην
επιστημονική γνώση και στην απλή επαγγελματική εκπαίδευση.
2.2. Οι στόχοι της διακήρυξης της Μπολώνια και του ανακοινωθέντος της
Πράγας
α. Οι γενικές αρχές
i.
Οι γενικές αρχές της διακήρυξης της Μπολώνια ως προς τη βελτίωση των
διαδικασιών σύγκρισης και αναγνώρισης των ευρωπαϊκών τίτλων σπουδών,
την προώθηση της κινητικότητας των φοιτητών και των διδασκόντων και την
ευρωπαϊκή συνεργασία στη διασφάλιση της ποιότητας είναι εύλογες.
ii.
Είναι όμως αναγκαίος και ο σχολιασμός των Ευρωπαϊκών θεσμικών
οικονομικών υπερβολών κατά την προώθηση της κινητικότητας και της
αναγνώρισης των ακαδημαϊκών μονάδων, διπλωμάτων και άλλων εφοδίων για
επαγγελματικούς και ακαδημαϊκούς σκοπούς. Ειδικότερα, ένας σοβαρός
επιστήμονας γνωρίζει την δραματική υποβάθμιση της ουσιαστικής ποιότητας
του τελικού πτυχίου το οποίο θα προκύψει από τους «ατάκτως ερριμμένους
πλίνθους και κέραμους» ορισμένων τέτοιων σπουδών. Βλέποντας λοιπόν την
ασθενή συνολική συγκρότηση και τις πραγματικές επαγγελματικές
δυνατότητες πολλών τέτοιων υπερκινητικών πτυχιούχων (η Ελλάδα δέχεται
υπέρογκους για το μέγεθός της αριθμούς κάθε χρόνο) μπορεί στην
απελπισία του να σκεφθεί ότι η κινησιοθεραπεία είναι πλέον το φθηνό
αγοραίο υποκατάστατο της δαπανηρής ποιοτικής Ανώτατης Εκπαίδευσης.
β. Ο κύριος στόχος και οι τρεις μείζονες συνιστώσες του
i.
Είναι όμως προφανές ότι κύριος στόχος της διακήρυξης της Μπολώνια είναι
η ικανοποίηση των απαιτήσεων της αγοράς εργασίας, η οποία επιβάλλει την
γρήγορη και μαζική χορήγηση πρακτικών και άμεσα αναλώσιμων
επαγγελματικών εφοδίων, με παράλληλη δραστική μείωση του κόστους των
ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών σπουδών μέσω της υιοθέτησης των δύο κύκλων
του Αγγλοσαξονικού συστήματος σπουδών: Οι Ευρωπαϊκές Πανεπιστημιακές
σπουδές πρέπει να συρρικνωθούν για τη μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών
μέσω του λειτουργικού και δομικού διαχωρισμού τους σε έναν πρώτο
«προπτυχιακό» κύκλο, για την απόκτηση ενός πρώτου ρηχού επαγγελματικού
πτυχίου και σε ένα δεύτερο και σοβαρό «μεταπτυχιακό» κύκλο, για ένα
επιλεγμένο και περιορισμένο ποσοστό των φοιτητών.
ii.
Σύμφωνα με τον κύριο στόχο και δεδομένου ότι η Ε.Ε. δεν προωθεί
πρόσθετες χρηματοδοτήσεις για την παιδεία, διάφοροι Ευρωπαϊκοί φορείς,
υποστηριζόμενοι ισχυρά από τα αγοραία «οιονεί Πανεπιστήμια» επιδιώκουν
μέσω μιας γενικότερης κινητοποίησης γύρω από τη διακήρυξη της Μπολώνια
και την ανακοίνωση της Πράγας, την ταυτόχρονη επίτευξη τριών μείζονος
πολιτικής και οικονομικής σημασίας στόχων, οι οποίοι ικανοποιούν
πολλαπλά τις βραχυπρόθεσμες επιδιώξεις της αγοράς, σύμφωνα και με τις
επιταγές της Λευκής Βίβλου.

Μεταλλάσσονται σε Πανεπιστήμια όλες οι Ανώτερες Επαγγελματικές Σχολές,
κατά το πρότυπο των Polytechnics, χωρίς ουσιαστική αναβάθμιση και το
κυριότερο χωρίς κανένα κόστος, με παράλληλη ικανοποίηση της απαίτησης
του ευρωπαίου πολίτη για πανεπιστημιακούς, έστω και κατ’όνομα, τίτλους.

Υποβαθμίζονται σε Ανώτερες Επαγγελματικές Σχολές οι κύριοι κορμοί των
σπουδών των πολλών ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, με σημαντική οικονομική
ανακούφιση των αντίστοιχων κρατικών προϋπολογισμών, λόγω της
συνακόλουθης συρρίκνωσης των δαπανών τους για υποδομές και λειτουργικές
δαπάνες, χωρίς όμως να χάσουν το εμπορικό αντίκρισμα της φίρμας τους
στον πελάτη -φοιτητή, δηλαδή τον πανεπιστημιακό τους τίτλο. Εξαιρούνται
από την υποβάθμιση αυτή ορισμένα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα ειδικών
απαιτήσεων (Σχολές Μηχανικών, Ιατρικής, κλπ), τα οποία έχουν ήδη
δικαίως εξασφαλίσει και νομοθετικά την αντιστοίχιση του ενιαίου κύκλου
των σπουδών τους με το επίπεδο του Master.

Μειώνεται θεαματικά η πρόσβαση, άρα και το κόστος, στην πολυδάπανη
πραγματική πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η οποία «ουσία» περιορίζεται στον
μεταπτυχιακό κύκλο. Άνετα θα μπορεί πλέον να καλύπτεται η χρηματοδότησή
της είτε από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, είτε σε μία τελική φάση,
μέσω της εύλογης κατάργησης για τη βαθμίδα αυτή της δωρεάν παιδείας (το
κράτος θα θεωρήσει ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με την
χορήγηση δωρεάν παιδείας για το κύριο πρώτο πτυχίο), σύμφωνα και με το
γενικότερο στόχο της παγκοσμιοποίησης της αγοράς και στην παιδεία.
γ. Η αντίφαση μεταξύ αναβάθμισης της >ευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και
συρρίκνωσης του πρώτου κύκλου των Πανεπιστημιακών Σπουδών
i.
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των
οποίων και στην Ελλάδα, οι αλλαγές που προτείνονται από τη διακήρυξη
της Μπολώνια για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση βρίσκονται σε πλήρη
αντίθεση με τα προγράμματα σπουδών των λυκείων τους. Ειδικότερα, η
μεταρρύθμιση που επιχειρείται να εφαρμοσθεί από το ελληνικό Υπουργείο
Παιδείας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έρχεται σε ευθεία δομική
σύγκρουση με το πρότυπο των αλλαγών που προτάθηκαν στη Μπολώνια.
ii.
Η υπόψη >ιακήρυξη βασίζεται στο αγγλοσαξονικό σύστημα, κατά το οποίο,
για να είναι καλά προετοιμασμένοι οι φοιτητές και να μπορούν να
αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις ενός τριετούς κύκλου σπουδών, αφιερώνουν
κατά μέσο όρο τα δύο τελευταία έτη της >ευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην
απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων (GCE A-level) σχετικών με το
αντικείμενο που επιθυμούν να σπουδάσουν. Αυτό βέβαια γίνεται σε βάρος
των μαθημάτων γενικής παιδείας τα οποία παραδοσιακά διατηρούν μια πολύ
σημαντική θέση στα προγράμματα πολλών ευρωπαϊκών χωρών,
περιλαμβανομένης και της Ελλάδας.
δ. Η μελέτη της περίπτωσης των Εφαρμοσμένων Επιστημών
i.
Εξειδικεύοντας τις παραπάνω θέσεις στις εφαρμοσμένες επιστήμες, σύμφωνα
και με την δομή των αντίστοιχων πανεπιστημιακών ευρωπαϊκών σπουδών,
οδηγούμαστε στο ακόλουθο συμπέρασμα: Οποιαδήποτε διάρρηξη της
υπάρχουσας δομής σε δύο κύκλους, τον προπτυχιακό και τον μεταπτυχιακό,
υποβαθμίζει de facto τον προπτυχιακό κύκλο στην κατηγορία των Σχολών
Ανώτερης Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η
χορήγηση και ουσιαστικών επαγγελματικών εφοδίων στο σύντομο διάστημα
του κύκλου αυτού, χωρίς τη συρρίκνωση των γνώσεων επιστημονικού
υποβάθρου, δηλαδή χωρίς απεμπόληση της επιστημονικής ουσίας του
πανεπιστημιακού πτυχίου.
ii.
Είναι, άλλωστε, τουλάχιστον παράλογο, σε εποχή πιεστικών αιτημάτων
διδασκόντων και διδασκομένων για αύξηση της διάρκειας των
πανεπιστημιακών σπουδών, λόγω εκρηκτικής αύξησης των γνώσεων στις
θετικές επιστήμες και την τεχνολογία, αλλά και αναγνώρισης από τους
καθ’ ύλη αρμοδίους επαγγελματικούς φορείς, της ανεπάρκειας του
«Bachelor» ως πανεπιστημιακού διπλώματος στην αγορά εργασίας, να
επιχειρείται η συρρίκνωση των σπουδών, χωρίς την ειλικρινή απεμπόληση
της πανεπιστημιακής τους βαρύτητας.
ii.
Το προκύπτον λοιπόν τελικό ερώτημα-δίλημμα στο οποίο κωφεύουν η E.U.A.
(ενωση ευρωπαικων πανεπιστημιων) και οι Υπουργοί Παιδείας τίθεται ως
εξής: Ο Ευρωπαϊκός χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης σε συνθήκες
παγκοσμιοποίησης έχει ουσιαστικά δύο επιλογές. Ποια εκ των δύο θα
επιλέξει τελικά; Θα στηρίζει την καλή παραδοσιακή ποιότητα των σπουδών
του ή θα μετασχηματισθεί, με την εξαίρεση μερικών δαπανηρών κέντρων
αριστείας για την κυρίαρχη οικονομική και πολιτική τάξη, σε ένα
πολυκατάστημα (supermarket) – προμηθευτή μαζικών και φτηνών
επιφανειακών και βραχυπρόθεσμων προσεγγίσεων στις Επιστήμες, την
Τεχνολογία και τις εφαρμογές τους;;
.
.
.
Είμαστε επομένως υποχρεωμένοι, για την πραγματική προάσπιση του
μέλλοντος των νέων της Ευρώπης, να γίνουμε δυσάρεστοι προς τους
υποστηρικτές της διακήρυξης της Μπολώνια, απαντώντας στο τελικό
ερώτημα-δίλημμα ως εξής:
α.
Υποστηρίζουμε σθεναρά την διαχρονικής αξίας αρχή των Humbold και άλλων,
σύμφωνα με την οποία η Ανώτατη Εκπαίδευση είναι η καλύτερη κρατική
επένδυση και αδιαμφισβήτητα συνιστά κρατική υποχρέωση, περιέχοντας εξ
ορισμού την έρευνα στην καρδιά των πανεπιστημιακών δραστηριοτήτων. Οι
πραγματικοί δάσκαλοι δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς την παραγωγή και
την εφαρμογή νέας γνώσης από τους δικούς τους επιστημονικούς τομείς.
Αυτή η γνωστή σε όλους αλήθεια αποδεικνύει την αδιάσπαστη ενότητα
διδασκαλίας και έρευνας.
β.
Δεν υφίσταται ευρωπαϊκή ιδιαιτερότητα αντιτιθέμενη στις διεθνείς
εξελίξεις στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Υπάρχει μόνον η ευρωπαϊκή αδυναμία
ηθικής και οικονομικής υποστήριξης του κυρίαρχου ηπειρωτικού της
μοντέλου, το οποίο είχε στηρίξει την παγκόσμια κυριαρχία του δυτικού
πολιτισμού κατά τους πρόσφατους αιώνες: Του συστήματος ενός ορθολογικά
δομημένου, ενιαίου κύκλου σπουδών, ο οποίος οδηγεί απευθείας σε πτυχίο
επιπέδου Master μεγαλύτερης και διαρκέστερης εμβέλειας. Γιατί το
μοντέλο αυτό εφαρμόζεται τελευταίως με επιτυχία σε μερικά από τα
καλύτερα Αγγλοσαξονικά Πανεπιστήμια;
γ.
Για τους απλούς και σαφείς αυτούς λόγους απορρίπτουμε κατηγορηματικά
τον κύριο στόχο της διακήρυξης της Μπολώνια, δηλαδή την αναγκαστική και
καθολική διάσπαση των πανεπιστημιακών σπουδών σε δύο κύκλους. Η
καταστροφή της παραδοσιακής ποιότητας των ευρωπαϊκών πανεπιστημιακών
σπουδών και της έρευνας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τις
βραχυπρόθεσμες ανάγκες της αγοράς εργασίας για άμεσης χρήσης πρακτικές
επαγγελματικές δεξιότητες, προσφερόμενες σε χαμηλό κόστος από
τις επιφανειακές προσεγγίσεις στις επιστήμες και την τεχνολογία των
«οιονεί» πανεπιστημίων.
δ.
Δηλώνουμε ότι στο πλαίσιο μιας χρήσιμης ως ένα βαθμό κινητικότητας
πρέπει να διαφυλάσσεται η ποιότητα και η συνοχή του τελικού
αποτελέσματος των σπουδών. Η «θεοποίηση» της κινητικότητας από την
πολιτική ηγεσία της Ε.Ε. τείνει να οδηγήσει στο φαινόμενο των φοιτητών
οι οποίοι αθροίζουν εύκολες εκπαιδευτικές μονάδες ανά την Ευρώπη για να
επιτύχουν επαγγελματική αναγνώριση σε επιστημονικές περιοχές που
απαιτούν συγκροτημένες σπουδές. Το δυσάρεστο αποτέλεσμα είναι ότι οι
φοιτητές αυτοί θα αποκτήσουν ένα πτυχίο χωρίς «ταυτότητα», δηλαδή χωρίς
καθαρό «πρόσωπο» στην αγορά εργασίας. Για το λόγο αυτό ζητάμε στο
πλαίσιο της αξιολόγησης όλων των συνιστωσών των σπουδών στην Ανώτατη
Εκπαίδευση, να αξιολογηθεί και το μέχρι σήμερα γενικό και ειδικό όφελος
της Ευρώπης, από τα μέχρι σήμερα πολυδάπανα προγράμματα κινητικότητας.
Π.χ. ποιες είναι οι βελτιώσεις του επιπέδου των σπουδών και της εν
συνεχεία επαγγελματικής απασχόλησης των αντίστοιχων αποφοίτων; Πως και
σε ποιους τομείς ενισχύθηκε η ανάπτυξη της έρευνας μέσω νέων
τεχνολογιών ή και στις παραδοσιακές θετικές και θεωρητικές επιστήμες;
Επί τη βάσει αυτής της αξιολόγησης πρέπει να γίνει και ο
επαναπροσανατολισμός των γενικών αρχών περί «θεοποίησης της
κινητικότητας και ασύστολης μεταφοράς των διδακτικών μονάδων».
ε.
Ως προς την Έρευνα, επισημαίνουμε την πρόσφατη διαπίστωση του Επιτρόπου
της Ε.Ε. σχετικά με την επείγουσα ανάγκη για 500.000 πρόσθετους
Ερευνητές στην Ευρώπη και για την υπεράνω όλων αναγκαιότητα επίτευξης
του στόχου του 3% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος για επενδύσεις στην
ευρωπαϊκή έρευνα έως το 2010. Είναι πράγματι η μόνη σοβαρή στήριξη της
αρχής ότι «το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι η Ευρωπαϊκή μας δύναμη» και ο
μόνος τρόπος για να οδηγηθεί κάθε Α.Ε.Ι. στην κορυφή των δυνατοτήτων
του. Στην πράξη όμως προωθούνται μεγαλο-διαχειριστικές πολιτικές
αντί ουσιαστικής στήριξης των πραγματικών ερευνητών αλλά και ευχές για
κάλυψη του 50% των ελάχιστων απαιτουμένων πόρων από τον απρόθυμο
ιδιωτικό τομέα.
στ.
Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων το Ε.Μ.Π. υποστηρίζει την άποψη
ότι η ουσιαστική αναβάθμιση των σπουδών και της έρευνας και η
συνακόλουθη εξάλειψη της συνεχιζόμενης διαρροής εγκεφάλων προς τις
Η.Π.Α., επιβάλει τη διάθεση σημαντικών νέων πόρων αλλά και τμημάτων των
πόρων που διατίθενται αφειδώς για την κινητικότητα, για τη
χρηματοδότηση υποτροφιών, για πλήρεις σπουδές αρκετών δεκάδων χιλιάδων
αριστούχων μαθητών της Ευρώπης αλλά και τρίτων χωρών, στα Ευρωπαϊκά
Πανεπιστήμια. Με προφανή στόχο, την θεαματική ενίσχυση των
εκπαιδευτικών και ερευνητικών μας κέντρων και βέβαιο αποτέλεσμα την
πολλαπλή προστιθέμενη αξία.
ζ.
Όλα τα πραγματικά Πανεπιστήμια οφείλουν να αποστασιοποιηθούν από την
αγοραία διαφήμιση προς τους πελάτες – φοιτητές, «ελάτε σε εμάς, μην
ανησυχείτε, ευτυχείτε!!!» (διότι καλή εκπαίδευση σημαίνει κόπο και
βάσανα) και συνακόλουθα,

να προσφέρουν στους φοιτητές τους την παραδοσιακή «Ηπειρωτική» δομή των
καλά οργανωμένων, συνεκτικών και συνεχών σπουδών, οι οποίες οδηγούν
κατευθείαν σε σοβαρά διπλώματα, ισότιμα με το Αγγλοσαξονικό επίπεδο του
Master,

να απομυθοποιήσουν και συνακόλουθα να περιορίσουν την κινησιοθεραπεία
και την συλλογή πιστωτικών μονάδων από τους φοιτητές και το προσωπικό
τους, αξιολογώντας παράλληλα με αντικειμενικά κριτήρια τα πραγματικά
οφέλη και τις ζημιές από τα προγράμματα της κινητικότητας,

να ενισχύσουν το ανθρώπινο εκπαιδευτικό και ερευνητικό δυναμικό τους με
μαζικές υποτροφίες για πλήρεις σπουδές και μακρόχρονα προγράμματα
διαπανεπιστημιακής συνεργασίας.
η.
Αυτός είναι ο δρόμος προς τον τελικό στόχο για την συνεχή ποιοτική
αναβάθμιση των σπουδών και της έρευνας στην Ευρώπη. Με αυτή τη σοβαρή
προσέγγιση και μια στενότερη συνεργασία σε κρίσιμα επιστημονικά πεδία
(νέες τεχνολογίες, καινοτομίες στις μεθόδους διδασκαλίας) η Ευρωπαϊκή
Πανεπιστημιακή παράδοση θα στηρίξει την Ευρώπη των κοινωνιών και θα
ανταποκριθεί στις προκλήσεις του 21ου αιώνα, θα κυριαρχήσει και θα
εξαπλωθεί συνολικά εντός και εκτός της Ευρώπης. Μόνον έτσι εξοπλίζονται
οι απόφοιτοι της Ευρωπαϊκής Ανώτατης Εκπαίδευσης με τα εφόδια που
πραγματικά χρειάζονται στη δύσκολη αποστολή τους: Τον επιτυχή
ανταγωνισμό σε ανάπτυξη και νέες τεχνολογίες με το αντίστοιχο
επιστημονικό δυναμικό των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ιαπωνίας και των
αναδυόμενων νέων δυνάμεων στην Κίνα, τις Ινδίες και όχι μόνο.
θ.
Μία σοβαρή πολιτική αναβάθμισης του χώρου της Ευρωπαϊκής Ανώτατης
Εκπαίδευσης, επιβάλλει συνακόλουθα, την επικέντρωση των προσπαθειών
όλων των εμπλεκόμενων οργανισμών και ειδικότερα της E.U.A., στην
ανόρθωση των προδιαγραφών των «οιονεί Πανεπιστημίων» αντί του
χαϊδέματος των αυτιών τους με θολές γενικότητες. Αυτά τα «οιονεί
Πανεπιστήμια» έχουν επίσης το δικαίωμα να φθάσουν το επίπεδο των
πραγματικών πανεπιστημίων και χρηματοδοτούμενα από επαρκείς κρατικούς
πόρους να συμβάλλουν ουσιαστικά στην ανάπτυξη των επιστημών
και της τεχνολογίας.
Θεμιστοκλής Σ. Ξανθόπουλος
Ιούνιος 2003