Επαγγελματικά Δικαιώματα Μηχανικών

amaklogo

 

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΤΟΥ ΤΕΕ/ΤΑΚ
30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2006

1. ΤΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων των μηχανικών απασχολεί χρόνια τον τεχνικό κόσμο της χώρας. Για την κατοχύρωση των μηχανικών, και κατά συνέπεια των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων υπάρχει ένα νομοθετικό πλαίσιο της δεκαετίας του ’30, που αποτελεί ιστορικά την κατοχύρωση του τίτλου του Διπλωματούχου Μηχανικού και γιαυτό αποτελεί συνάμα ένα ταμπού για τους μηχανικούς και το ΤΕΕ. Έτσι επί 70 χρόνια τώρα οι διοικήσεις του ΤΕΕ αντιμετωπίζουν κατά περίπτωση την ένταξη των εκάστοτε «νέων» ειδικοτήτων στις ήδη υπάρχουσες ειδικότητες. Με αυτή την έννοια, το πρόβλημα της κατοχύρωσης επαγγελματικών δικαιωμάτων δεν είναι νέο: υπάρχει ειδικότητα που επί 35 χρόνια τώρα δεν έχει κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα.
Σύμφωνα με το νόμο 1486/1984 «τα μέλη του ΤΕΕ εντάσσονται στις βασικές ειδικότητες: α) Πολιτικών Μηχανικών, β) Αρχιτεκτόνων μηχανικών, γ) Μηχανολόγων μηχανικών, δ) Ηλεκτρολόγων μηχανικών, ε) Αγρονόμων τοπογράφων μηχανικών, στ) Χημικών μηχανικών, ζ) Μηχανικών μεταλλείων -μεταλλουργών, η) Ναυπηγών μηχανικών, θ) Ηλεκτρονικών μηχανικών.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δημοσίων Εργων μετά από σύμφωνη γνώμη της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ, μπορεί να ανακαθορίζονται οι ειδικότητες αυτές.
Ειδικότητες που δεν συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτές που ορίζει η προηγούμενη παράγραφος εντάσσονται στη συγγενέστερη ειδικότητα με απόφαση της Αντιπροσωπείας. Ανεξάρτητα από αυτό, το μέλος του ΤΕΕ που έχει έτσι ενταχθεί έχει τα επαγγελματικά δικαιώματα της ειδικότητας ή μόνο της εξειδίκευσης, που αναφέρεται στην άδεια άσκησης επαγγέλματος, όπως καθορίζονται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία»
Αυτή τη στιγμή στην ιστοσελίδα του ΤΕΕ εμφανίζονται 19 ειδικότητες, οι εννέα βασικές που αναφέρονται παραπάνω και άλλες δέκα. Για τις δέκα αυτές ειδικότητες, οι μηχανικοί που εγγράφονται στι ΤΕΕ εντάσσονται «στις συγγενέστερες (βασικές) ειδικότητες». Αποτέλεσμα αυτού είναι να δημιουργούνται διεκδικήσεις προς δύο διαφορετικές κατευθύνσεις, και άλλες ενδιάμεσες: η μία (π.χ. Μηχανικοί Παραγωγής και Διοίκησης) αποδέχεται την ένταξη στη συγγενέστερη ειδικότητα και διεκδικεί τα πλήρη επαγγελματικά δικαιώματα της ειδικότητας αυτής. Η δεύτερη (π.χ. Μηχανικοί Περιβάλλοντος) διεκδικεί την αυτόνομη ένταξη της ειδικότητας με αύξηση του αριθμού των 9 βασικών ειδικοτήτων. Οι περισσότεροι, πάντως, απόφοιτοι πτυχιούχοι νέων ειδικοτήτων διαμαρτύρονται για κάποια δικαιώματα που, ενώ απορρέουν από το εξειδικευμένο αντικείμενο των σπουδών τους, τα μοιράζονται με άνισους όρους με πτυχιούχους των βασικών ειδικοτήτων. Ανάλογο θέμα, βέβαια, θέτουν και απόφοιτοι βασικών ειδικοτήτων για άλλες ειδικότητες που είναι πάλι βασικές. (π.χ. Μηχανολόγοι, Ηλεκτρολόγοι για μελέτες Η/Μ, Τοπογράφοι για τοπογραφικές μελέτες κλπ.)

2. Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΚΟΥ


Το 2003 το ΤΕΕ διοργάνωσε τριήμερο συνέδριο με τίτλο «Η παιδεία και η άσκηση του επαγγέλματος του μηχανικού προς το δημόσιο όφελος». Σε στρογγυλά τραπέζια που έγιναν για κάθε ειδικότητα χωριστά, και στα οποία μετείχαν Πανεπιστημιακοί, εκπρόσωποι από τις Μόνιμες Επιτροπές του ΤΕΕ και από τους Συλλόγους των Μηχανικών όλων των ειδικοτήτων, παλιότερων και νεώτερων, συζητήθηκαν θέματα τεχνικής παιδείας και επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Στην τελική συνεδρία εξαγγέλθηκε η πρόθεση αξιοποίησης των συμπερασμάτων του συνεδρίου και η συνέχεια της συζήτησης σε επόμενο συνέδριο Τεχνικής Παιδείας, ένα συνέδριο που εδώ και χρόνια συζητείται ότι πρέπει να γίνει.
Το όλο ζήτημα του «Διαλόγου για την Παιδεία» που στη συνέχεια προέκυψε και στο οποίο το ΤΕΕ συμμετείχε, δεν δικαιολογεί τη στάση του ΤΕΕ να συνεχίσει και πάλι τη συζήτηση για «όλα», αποφεύγοντας «τα δικά του». Έτσι την τελευταία τριετία τα «εσωτερικά ζητήματα» έμειναν και πάλι στάσιμα.
Την τρέχουσα τριετία αναπτύχθηκε από το ΤΕΕ μια πολιτική με κύριο στοιχείο την ανεργία στο χώρο των μηχανικών που σε μεγάλο βαθμό δε μας βρίσκει σύμφωνους. Στην παρούσα φάση η ανεργία, σχετίζεται κυρίως με τα προβλήματα των μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών στη μεταολυμπιακή εποχή, θέμα με το οποίο ασχολήθηκε κυρίως το ΤΕΕ και τις ανεπάρκειες της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας να ανταποκριθεί στην αξιοποίηση προγραμμάτων πόρων και μηχανισμών που επί χρόνια χειριζόταν άλλοι. Διαχρονικά, όμως, η ανεργία αλλά και η υποβάθμιση του ρόλου των μηχανικών, σχετίζεται με το μοντέλο ανάπτυξης που γενικά το σύστημα έχει υιοθετήσει αλλά και τον τρόπο λειτουργίας αυτού του μοντέλου. Μέσα από ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, που λαμβάνει υπόψη τις τεχνολογικές εξελίξεις, και αντιλαμβάνεται ότι αυτό που μπορεί και πρέπει να αντιπαραθέσει η χώρα στα ποσοτικά μεγέθη είναι τα ποιοτικά μεγέθη, η μεγάλη πλειοψηφία των μηχανικών, βρίσκει αξιοπρεπές αλλά και πολύ ευρύτερο πεδίο επαγγελματικής απασχόλησης.
Ένα τέτοιο μοντέλο ανάπτυξης, που το ΤΕΕ ώφειλε να μελετήσει και να υιοθετήσει, θα οδηγούσε το ΤΕΕ στην παραπάνω διαπίστωση αντί να το οδηγεί στις εκτιμήσεις του υποτιθέμενου ρεαλιστικού σεναρίου ότι η πίτα είναι συγκεκριμένη με αποτέλεσμα να φοβάται να την ξαναμοιράσει. Θα το οδηγούσε να προχωρήσει με θάρρος να πεί ότι, ανεξάρτητα αν ό αριθμός των μηχανικών στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερος από αυτόν στην Ευρώπη, οι πραγματικές ανάγκες της χώρας, με βάση ένα τέτοιο μοντέλο ανάπτυξης, απαιτούν ευρύτερη συμμετοχή των μηχανικών στην παραγωγική διαδικασία
Αντίθετα, σήμερα:
• Στον προνομιακό για τους Μηχανικούς χώρο των Μελετών η ύλη όχι μόνο δεν αυξάνεται αλλά μειώνεται,
• Στο χώρο των κατασκευών ιδιωτικών έργων το Μητρώο Κατασκευαστών Ιδιωτικών Έργων οδηγείται προς τους λίγους,
• Οι Περιβαλλοντικές Μελέτες από όποιον και αν γίνονται είναι προσχηματικές, όπως προσχηματικό είναι και το ενδιαφέρον για το περιβάλλον,
• Οι Πολεοδομικές και Χωροταξικές μελέτες δεν τελειώνουν ποτέ, για να μην υπάρχει πολιτική δέσμευση και να συντηρείται η αναρχία και η αυθαιρεσία,
• Ο Δημόσιος τομέας είναι υποστελεχωμένος σε Μηχανικούς και συρικνώνεται.
• Η ιδιωτικοποίηση όλο και περισσότερων τομέων της οικονομικής δραστηριότητας θα αποκλείσει σταδιακά τους Διπλωματούχους μηχανικούς από την παραγωγική διαδικασία, αφού η αγορά εργασίας δεν είναι, βέβαια, αυτή που μπορεί να εγγυηθεί το ποιοτικό μοντέλο ανάπτυξης. Οι επιχειρήσεις είναι οι τελευταίες που μπορούν να δουν συνολικά το όφελος της χώρας και δεν πρόκειται να υπηρετήσουν κανένα μοντέλο που δεν θα επιβάλλεται από συγκεκριμένους κανόνες. Κανόνες, όπως αυτούς που απέφυγε να θεσπίσει, για παράδειγμα, το πρόσφατο νομοσχέδιο για τις Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού τομέα εξαιρώντας το Δημόσιο από τις εταιρείες ειδικού σκοπού και τις ίδιες τις εταιρείες από την υποχρέωση να εκτελέσουν τα έργα σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο για τις μελέτες και τα έργα του Δημοσίου. Σύμφωνα με τους όρους της αγοράς, οι επιχειρήσεις ζητούν τη συμπίεση του κόστους εργασίας, και για το σκοπό αυτό τους συμφέρει η εξίσωση των μηχανικών προς τα κάτω, με τους τεχνικούς χαμηλότερων βαθμίδων.
Σε ένα τέτοιο τοπίο, αυτό που θα έπρεπε να γίνει είναι να συσπειρωθούν οι μηχανικοί σε αυτά που τους ενώνουν, να τακτοποιήσουν πρώτα από όλα τα του οίκου τους με θάρρος και ευθύνη, σαν δείγμα γραφής ορθολογισμού που θα πρέπει να τους διακρίνει, και να βγουν επιθετικά να διεκδικήσουν ένα αξιοπρεπή ρόλο που θα υπηρετεί ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα ωφελεί τον τόπο. Όχι να συντηρούν θολό τοπίο με ανισότητες και αποκλεισμούς και να θρηνούν για την ανεργία των νέων!
Στη διαδικασία αυτή το ΤΕΕ θα μπορούσε να παίξει το ρόλο που του ανήκει του Επαγγελματικού φορέα των μηχανικών, γιατί η αξιοπιστία του ρόλου του μηχανικού είναι αυτή που οδήγησε στη θέσπιση του ρόλου του ΤΕΕ να συμβουλεύει την πολειτεία.

3. Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΤΕΕ

Το ΤΕΕ γενικώς αρνείται να αντιμετωπήσει τα προβλήματα που έχουν προκύψει και που σχετίζονται με την αντιστοίχιση επαγγελματικών δικαιωμάτων στις ειδικότητες και εξειδικεύσεις, προβάλλοντας ένα βασικό επιχείρημα που είναι ότι αυτό δεν είναι δική του υποχρέωση αλλά της πολιτείας. Ισχυριζόμενο αυτό το ΤΕΕ επί της ουσίας καλύπτεται πίσω από το νομοθετικό πλαίσιο, υποβαθμίζοντας τον ουσιαστικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει.
Επιπλέον προβάλλει και άλλα δύο επιχειρήματα, που και πάλι σχετίζονται με, άλλου είδους, ανεπάρκειες της πολιτείας:
Το πρώτο επιχείρημα είναι η στάση της πολιτείας που επιτρέπει την ίδρυση σχολών που παρέχουν εξειδικευμένα πτυχία, με παράλληλη ολιγωρία της στη θεσμοθέτηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων. Με βάση αυτό το επιχείρημα παραπέμπει τους αποφοίτους των σχολών αυτών σε διεκδικήσεις προς αυτούς που δημιούργησαν το πρόβλημα. Εν τω μεταξύ, όμως, έχει εντάξει τους αποφοίτους των σχολών αυτών στα μέλη του επειδή είναι απόφοιτοι σχολών πενταετούς φοίτησης και επειδή η κύρια πολιτική αντίθεση σήμερα στο θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων είναι αυτή της διαφοροποίησης και υπεράσπισης ή μη των αποφοίτων σχολών πενταετούς φοίτησης έναντι των αποφοίτων σχολών της Ελλάδας και άλλων χωρών που έχουν φοιτήσει σε ιδρύματα μη πενταετούς φοίτησης. Άποψή μας είναι ότι το νομοθετικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ΤΕΕ σαν μοναδικού παρόχου άδειας άσκησης επαγγέλματος στα μέλη του, του δίνει τη δυνατότητα να ασκήσει αυξημένο ρόλο, έστω σε επίπεδο διαμόρφωσης και έκφρασης έγκυρης άποψης και διεκδικήσεων. Το γεγονός ότι η πολιτεία προς το παρόν αρνήθηκε στο ΤΕΕ να διευρύνει αυτό το ρόλο σε ολόκληρο το φάσμα της τεχνικής εκπαίδευσης δε σημαίνει ότι ο ρόλος αυτός δεν θα πρέπει να ασκηθεί με επάρκεια στον χώρο των αποφοίτων μηχανικών πενταετούς φοίτησης
Το δεύτερο επιχείρημα είναι αυτή η ίδια η απειλή που προκύπτει από το «άνοιγμα» της συζήτησης σε μιά εποχή που αμφισβητείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την πολιτεία ο ενιαίος κύκλος σπουδών πενταετούς φοίτησης.
Ο αντίλογός μας εδώ είναι ότι τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων σχολών μη πενταετούς φοίτησης συζητώνται κατά κόρον σε κάθε είδους διαδικασίες, νομοθετικές, συνεδριακές, υπηρεσιακές, με ανάλογη εμπλοκή των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και της κάθε είδους μικροπολιτικής, ενώ μόλις και μετά βίας ακούγεται ότι υπάρχουν διάφορες ειδικότητες μηχανικού που δεν έχουν κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα.
Τα τελευταία χρόνια, στις απειλές προστέθηκαν πέρα της ανωτατοποίησης των ΤΕΙ, η ενσωμάτωση των Οδηγίων 89/48 και 92/51 στην εθνική νομοθεσία με τα Π.Δ. 165/2000 και 385/2002 και η ίδρυση του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικών Ισοτιμιών, στα πλαίσια αντιδιαστολής ακαδημαϊκών από επαγγελματικές ισοτιμίες σύμφωνα με το πνεύμα των παραπάνω Οδηγιών.
Σε όλα αυτά τα ζητήματα το ΤΕΕ έχει κρατήσει μία κατά βάση αμυντική στάση, που εκδηλώνεται συγκυριακά και ανάλογα με τις εξελίξεις, ακόμα και όταν η στάση αυτή είναι ηχηρή και συνοδεύεται από έντονες ενέργειες όπως προσφυγές κλπ.
Γενικά το ΤΕΕ κυρίως ασχολείται να αποδείξει το «γιατί οι άλλοι είναι χειρότεροι» και όχι το γιατί οι μηχανικοί πενταετούς φοίτησης είναι αξιόπιστοι και το ότι υπάρχει συγκεκριμένη πολιτική εδώ και καιρό από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την οποία συντάσσονται και οι Ελληνικές κυβερνήσεις, που επιζητεί να τους υποβαθμίσει. Η πολιτική αυτή, ως γνωστό, επιδιώκει την αξιοποίηση των πτυχιούχων τριετούς εκπαίδευσης, με στόχο την συμπίεση του κόστους εργασίας, και προωθεί για το σκοπό αυτό την αποσύνδεση των ακαδημαϊκών τίτλων από τα επαγγελματικά δικαιώματα με σκοπό και συνέπεια την υποβάθμιση του ρόλου του μηχανικού στην παραγωγική διαδικασία.
Με δεδομένη αυτή την πολιτική, η όλη αμφισβήτηση στην ποιότητα σπουδών των αποφοίτων νέων ειδικοτήτων, όπως και η συζήτηση για αυστηρότερες εξετάσεις άδειας άσκησης επαγγέλματος, επιτείνει το πρόβλημα απαξίωσης των σπουδών πενταετούς φοίτησης και καθόλου δε βοηθά στην υπεράσπιση του ρόλου του μηχανικού, πόσο μάλλον στην αναβάθμισή του. Εξ άλλου, αν θέλει κανείς να θέσει θέμα σήμερα για το επίπεδο των Πανεπιστημίων και των αποφοίτων τους, -θέμα που τίθεται από διάφορες πλευρές όχι από πραγματικό ενδιαφέρον αλλά για να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα ίδρυσης ιδιωτικών Πανεπιστημίων στην Ελλάδα- αυτό είναι βέβαιο ότι θα πρέπει να αφορά και στις σχολές, παλιές ή νέες, από τις οποίες αποφοιτούν και μηχανικοί των βασικών ειδικοτήτων. Το πραγματικό ενδιαφέρον για την υψηλή ποιότητα των Πανεπιστημίων είναι και θα πρέπει να παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής μας γιατί απο αυτό καθορίζεται το επίπεδο σπουδών των μηχανικών. Η ποιότητα αυτή δεν μπορεί να μετρηθεί ούτε με τυπικά κριτήρια, ούτε βέβαια με υποταγή των Πανεπιστημίων στους νόμους της αγοράς.

4. ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ


Θεωρούμε ότι θα πρέπει, επιτέλους, να συζητήσουμε το θέμα της άσκησης του επαγγέλματος του μηχανικού και των επαγγελματικών δικαιωμάτων όλων των ειδικοτήτων, ουσιαστικά, συμφωνόντας, κατ’ αρχήν, σε ένα πλαίσιο αρχών και στην κατάταξη του θέματος αυτού σε θέμα πρωταρχικής σημασίας για το Τεχνικό Επιμελητήριο για την ερχόμενη τριετία.
Στα πλαίσια αυτά προτείνουμε :

ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΩΝ ΠΤΥΧΙΩΝ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ
• Πλήρης αντίθεση στην δημιουργία ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της επιχειρούμενης αναθεώρησης του Συντάγματος
• Πλήρης αντίθεση στην αποσύνδεση ακαδημαϊκών από επαγγελματικές ισοτιμίες.
• Προώθηση τομεακής οδηγίας για το επάγγελμα του μηχανικού, που θα βασίζεται στις σπουδές, στο δημόσιο χαρακτήρα των τεχνικών έργων και στην πληρότητα των κριτηρίων της ποιότητας και της ασφάλειας.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ
• Η άσκηση του επαγγέλματος του μηχανικού θα πρέπει να συνεχίσει να τελεί υπό τον έλεγχο του ΤΕΕ, με διαδικασία ουσιαστική και αξιόπιστη. Στη διαδικασία αυτή πρωταρχικό ρόλο θα πρέπει να παίζει το πρόγραμμα σπουδών, γιαυτό και είναι απαραίτητο να συνεχιστεί η συνεργασία -και η συμμαχία- με την Πανεπιστημιακή κοινότητα σε πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού των διακριτών ρόλων που είναι απαραίτητο να υπάρχουν.
• Οι «σκληρές» εξετάσεις που προτείνεται από κάποιους να υιοθετηθούν στη διαδικασία άδειας άσκησης επαγγέλματος αμφισβητούν το ρόλο των Πανεπιστημίων, δίνουν δυνατότητα για πολιτικούς χειρισμούς που αφορούν στη ρύθμιση του αριθμού των επιτυχόντων μέσω των εξετάσεων, χειρισμοί που έχουν ξαναγίνει στο παρελθόν και που δεν θα πρέπει να επαναλειφθούν, πόσο μάλλον από το ΤΕΕ, που δεν αποτελεί αντικείμενό του να ρυθμίζει τον αριθμό αυτών που θα εξασκούν το επάγγελμα.
• Ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να εξαντληθούν όλα τα μέσα προκειμένου να ακυρωθεί ο ρόλος οποιουδήποτε φορέα απονέμει ισοτιμίες χωρίς να έχει τα προσόντα για το σκοπό αυτό, χωρίς δηλαδή να απαρτίζεται από μέλη της Πανεπιστημιακής κοινότητας και εκπροσώπων επιμελητηρίων ή άλλων επαγγελματικών φορέων, τους μοναδικούς αρμόδιους φορείς για τις ακαδημαϊκές και επαγγελματικές ισοτιμίες.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΝΕΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ
• Οι νέες εξειδικεύσεις δεν θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο νέων τμημάτων, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων που θα πρέπει να αιτιολογούνται απολύτως, γιατί αυτό θα οδηγήσει στον κατακερματισμό της γνώσης και στην μερική αντίληψη του αντικειμένου του μηχανικού.
• Για τις περιπτώσεις ίδρυσης σχολών που αφορούν σε νέες ειδικότητες να διεκδικηθεί και να εξασφαλιστεί, ο ταυτόχρονος καθορισμός επαγγελματικών δικαιωμάτων με σύμφωνη γνώμη του ΤΕΕ.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
• Άμεσος , ειλικρινής διάλογος για το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων όλων των ειδικοτήτων, στα πλαίσια των σημερινών τεχνολογικών εξελίξεων και με βάση ένα μοντέλο ανάπτυξης που υπηρετεί τη χώρα.
• Δέσμευση του ΤΕΕ ότι θα προχωρήσει και θα ολοκληρώσει αυτό το διάλογο με απόλυτη προτεραιότητα μέσα στην ερχόμενη τριετία.
• Κοινή αντιμετώπιση δημοσίων και ιδιωτικών έργων σε όλα τα επίπεδα του συστήματος παραγωγής έργων.
• Διεύρυνση του πίνακα με τις κατηγορίες μελετών και έργων, με νέα επιστημονικά πεδία και αντιστοίχιση των ειδικοτήτων μηχανικών στις κατηγορίες αυτές.
• Επαγγελματικά δικαιώματα με αντιστοίχιση του γνωστικού αντικειμένου, στα αντικείμενα που προσδιορίζονται στη νομοθεσία για τα δημόσια έργα

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ
Για όλα τα παραπάνω απαραίτητη είναι η συμμετοχή των συναδέλφων, και για να συμβεί αυτό απόλυτη προϋπόθεση είναι η λεπτομερής ενημέρωσή τους. Είναι αδιανόητο σε εποχές που οι μηχανικοί δέχονται τόσο μεγάλες επιθέσεις και αμφισβητείται συνολικά ο ρόλος τους, ο επαγγελματικός τους φορέας, το ΤΕΕ, να μην τους κρατά απόλυτα ενημερωμένους και συμμέτοχους και να μην τους καλεί σε δράσεις και αντιδράσεις προς την κατεύθυνση υπεράσπισης της επιστήμης και του επαγγέλματος, με τραγική συνέπεια τη σύγχιση, την απογοήτευση, και την απομόνωση.
Τα μέλη του ΤΕΕ δεν μπορεί να τα ενώνει μόνο το υποχρεωτικό της εγγραφής τους στο ΤΕΕ. Η εγγραφή αυτή δεν επιτρέπεται να υποβαθμίζεται από όπλο ενότητας σε όπλο ομηρείας για κανένα!

 

Τα μέλη της Αντιπροσωπείας
Ασσαριωτάκης Ζαχαρίας
Βρέντζου Ειρήνη
Κλάδος Αλέκος
Μονιάκης Μύρων
Πετράκης Γιάννης
Σφακιανάκη Βάννα
Τζαβλάκη Πόπη

 

amak